Λέξη: γεννοβολώ

Μεταφράσεις: γεννοβολώ

αγγλικά
breed, generate, spawn


ισπανικά
crear, ralea, engendrar, raza, producir, ...

γερμανικά
hervorbringen, laich, rasse, brut, art, ...

γαλλικά
atterrissage, propager, générez, éduquer, former, ...

ιταλικά
creare, stirpe, generare, razza, produrre

πορτογαλικά
casta, criar, estirpe, instituir, raça, ...

ολλανδικά
opkweken, kikkerdril, opfokken, voortbrengen, kuit, ...

ρωσικά
разводить, потомство, вызывать, закваска, вырастить, ...

νορβηγικά
rogn, skape, rase, avkom, frembringe

σουηδικά
alstra, ras, komponera

φινλανδικά
aiheuttaa, rotu, kutu, virittää, generoida, ...

δανικά
opdrage, avle, race

τσεχικά
vychovat, vytvářet, plemeno, rozmnožovat, vyrobit, ...

πολωνικά
powodować, tworzyć, wypracowywać, wywoływać, generować, ...

ουγγρικά
ebihal, költés

τούρκικα
yapmak, soy, yaratmak

ουκρανικά
ікринка, порода, визивати, ікра, зароджуватися, ...

αλβανικά
rrit

βουλγαρικά
порода

λευκορωσικά
рабiць

εσθονικά
sigitama, mari, aretama, sigima, kudema, ...

κροατικά
napraviti, pasmina, stvarati, proizvoditi, izazvati, ...

ισλανδικά
seiði

λιθουανικά
auginti, veislė

λετονικά
cilts, suga, šķirne

σλαβομακεδονικά
мрестење, мрест, стартувала, мрестот, мрестењето

ρουμανικά
icre, rasă

σλοβενικά
rasa, rodit, plodit

σλοβακικά
generovať, výplod, rasa

Τυχαίες λέξεις