Λέξη: διακανονισμός

Σχετικές λέξεις: διακανονισμός

διακανονισμός τσμεδε 2014, διακανονισμός ευδαπ, διακανονισμός εφορία, διακανονισμός οαεε, διακανονισμός δεη, διακανονισμός δανείων, διακανονισμός παγίων φπα, διακανονισμός τσμεδε, διακανονισμός οφειλών δου

Συνώνυμα: διακανονισμός

επίλυση, διακανονισμός, αποικία, εγκατάσταση, συνοικισμός

Μεταφράσεις: διακανονισμός

αγγλικά
arrangement


ισπανικά
organización, distribución, acuerdo, arreglo, compostura

γερμανικά
disposition, einrichtung, anlage, planung, ausgestaltung, ...

γαλλικά
conditionneur, organisation, ordonnance, agencement, disposition, ...

ιταλικά
accordo, disposizione, ordine, organizzazione, ordinamento

πορτογαλικά
arranjo, disposição, ajuste

ολλανδικά
maatregel, zetting, organisatie, schikking, akkoord, ...

ρωσικά
расположение, разрешение, уговор, договоренность, сделка, ...

νορβηγικά
ordning, organisasjon

σουηδικά
anstalt, avtal

φινλανδικά
asettelu, muoto, sijoittelu, sijoitus, järjestys, ...

δανικά
organisering, indbo

τσεχικά
uspořádání, ujednání, soustava, urovnání, pořádek, ...

πολωνικά
układ, ustawienie, umowa, rozstawienie, urządzenie, ...

ουγγρικά
rendberakás, elsimítás

τούρκικα
anlaşma, düzenleme

ουκρανικά
готування, угода, переробка, план, організовувати

αλβανικά
zgjidhje, vendbanim, shlyerja, marrëveshje, vendbanimi

βουλγαρικά
организация

λευκορωσικά
пасёлак, мястэчка, вёска, поселок

εσθονικά
asetus, kokkulepe

κροατικά
uređenje, svrstavanje, razvrstavanje, sporazum

ισλανδικά
fyrirkomulag

λιθουανικά
organizavimas

λετονικά
organizēšana, organizācija

σλαβομακεδονικά
порамнување, населба, населено место, населбата, решавање

ρουμανικά
aranjament, convenţie, organizare

σλοβενικά
dohoda, aranžmá

σλοβακικά
dohoda

Στατιστικά δημοτικότητας: διακανονισμός

Τυχαίες λέξεις