Λέξη: εμποτίζω

Σχετικές λέξεις: εμποτίζω

εμπλουτίζω συνώνυμα

Συνώνυμα: εμποτίζω

εμβρέχω, εμποτίζω, εμποτίζομαι, μουσκεύω, μουλιάζω, εμβρέχομαι, εμβάπτω, εμβολιάζω, γονιμοποιώ, καθυστώ έγκυον, διαποτίζω

Μεταφράσεις: εμποτίζω

αγγλικά
soak


ισπανικά
mojar, remojar, empapar, calar

γερμανικά
durchnässung, säufer, durchtränken, dusche, imprägnieren, ...

γαλλικά
humecter, rouir, imbiber, trempage, macérer, ...

ιταλικά
inzuppare

πορτογαλικά
portanto, banhar, tais, embeba, impregnação, ...

ολλανδικά
weken

ρωσικά
мокнуть, пропекать, вымочить, замачивание, смолчать, ...

νορβηγικά
ingrain

σουηδικά
blöta

φινλανδικά
liota, kastella, liotus, liottaa, liottaminen

δανικά
ingrain

τσεχικά
nasáknout, louhovat, namořit, máčet, namáčet, ...

πολωνικά
zmaczać, maczać, moczyć, nasiąkać, umoczyć, ...

ουγγρικά
ivás, nagyivó, zuhé, korhelykedés, ázás

τούρκικα
ıslanmak

ουκρανικά
намочити, змовчати, намочувати, усмоктуватися

αλβανικά
njom, qull, lag

βουλγαρικά
накисване

λευκορωσικά
заварваць, заварываць, запарваць

εσθονικά
leotama

κροατικά
upijanje, kvašenje, apsorpcija, promočiti

ισλανδικά
bleyta

λιθουανικά
Įsitvirtino, Dažytos į pluoštą, Nuolat farbować, Wyciskać piętno, Cinkuota ir siūlai

λετονικά
iesakņojies, krāsots dzijā

σλαβομακεδονικά
пропит, вкоренен

ρουμανικά
imprima, fixa, vopsit în culoare închisă, înnăscut, de ingrain

σλοβενικά
máčet, namočit

σλοβακικά
zakoreniť, zakoreniť sa, kampane vštepiť

Τυχαίες λέξεις