Λέξη: ζουλώ

Συνώνυμα: ζουλώ

στριμώχνω, σφίγγω, στίβω, ζουλώ, μωλωπίζω

Μεταφράσεις: ζουλώ

αγγλικά
squash, crush, squeeze


ισπανικά
apretar, oprimir, estrujar, machacar, estrechar, ...

γερμανικά
andrang, zwicken, quetschen, einstecken, stoßen, ...

γαλλικά
écrasez, enlacer, potiron, affluence, accablons, ...

ιταλικά
premere, spremere, pestare

πορτογαλικά
calcar, esmagar, socar, aperto, agachar-se, ...

ολλανδικά
stampen, toeloop, knellen, drukken, vermorzelen, ...

ρωσικά
прижимать, выжимки, обрезать, сдавливание, надавливать, ...

νορβηγικά
knuse, trykke

σουηδικά
krama, klämma, krossa

φινλανδικά
tiraus, herua, hienontaa, runnoa, nujertaa, ...

δανικά
presse, knuse, trykke

τσεχικά
mělnit, rozmačkat, zdrtit, ždímat, mačkat, ...

πολωνικά
ścisk, zdławić, zgniot, tłok, ściśnięcie, ...

ουγγρικά
tottyanás, kása, összemorzsolás, szétnyomás, gyümölcslé, ...

τούρκικα
sıkıştırmak, sıkmak, kalabalık, ezmek

ουκρανικά
роздавити, давка, розчавити, відтиск, гарбузи, ...

αλβανικά
goditje

βουλγαρικά
contuse

λευκορωσικά
кантузіі, кантузія, кантузіла, кантузіяй, кантузій

εσθονικά
pitsitama, armumine, rüsima, pigistama, kabatokk, ...

κροατικά
gužva, stisnuti, gomila, iscijediti, utisnuti, ...

ισλανδικά
contuse

λατινικά
premo, frendo

λιθουανικά
nugalėti

λετονικά
saspiest, kost, uzvarēt, saberzt, iekarot, ...

σλαβομακεδονικά
contuse

ρουμανικά
zdrobi, stoarce

σλοβενικά
Prekršiti, Poškodovati

σλοβακικά
stisk, zovrieť, drviť, rozbi

Τυχαίες λέξεις