Λέξη: περίοδος

Σχετικές λέξεις: περίοδος

περίοδος μετά από αποβολή, περίοδος συμπτώματα, περίοδος και εγκυμοσύνη, περίοδος και βαφή μαλλιών, περίοδος εκπτώσεων, περίοδος στην εγκυμοσύνη, περίοδος ονειροκρίτης, περίοδος μεσοπολέμου, περίοδος και θηλασμός, περίοδος και κιλά, εγκυμοσύνη και περίοδος, θηλασμός περίοδος, θηλασμός και περίοδος, περιοδος, εγκυμοσυνη και περίοδος

Συνώνυμα: περίοδος

περίοδος, διάρκεια, όρος, προθεσμία, κύκλος, μοτοσυκλέτα, ποδήλατο, εποχή

Μεταφράσεις: περίοδος

αγγλικά
season, period


ισπανικά
período, adobar, aderezar, punto, temporada, ...

γερμανικά
würzen, schwingungszeit, schulstunde, menstruation, schwingungsdauer, ...

γαλλικά
moment, âge, menstruation, épicer, heure, ...

ιταλικά
mestruazione, ammannire, stagione, periodo, epoca, ...

πορτογαλικά
período, acomodar, adubar, ajeitar, adaptar, ...

ολλανδικά
kruiden, aanpassen, aanbrengen, afstemmen, jaargetijde, ...

ρωσικά
приучить, закалять, эпоха, определенный, время, ...

νορβηγικά
sesong, krydre, periode, årstid

σουηδικά
termin, säsong, skede

φινλανδικά
aika, vuodenaika, ajanjakso, ryydittää, jakso, ...

δανικά
sæson, årstid, punkt

τσεχικά
epocha, okořenit, současnost, sezóna, období, ...

πολωνικά
staż, czas, okres, stylowy, godzina, ...

ουγγρικά
körmondat, történelmi, idény, évszak, jelenkor, ...

τούρκικα
mevsim, baharat, aybaşı, devir

ουκρανικά
точка, період, літа, привчити, загартовувати, ...

αλβανικά
stinë

βουλγαρικά
сезон, период

λευκορωσικά
пара

εσθονικά
aastaaeg, küpsema, karastuma, ajavahemik, periood, ...

κροατικά
vrijeme, era, okus, sezona, nakititi, ...

ισλανδικά
árstími, árferði, árstíð

λιθουανικά
sezonas, laikotarpis

λετονικά
sezona, periods

σλαβομακεδονικά
период, периодот, рок, период на

ρουμανικά
anotimp, punct, asezona, sezon

σλοβενικά
doba, sezona, sezóna, perioda

σλοβακικά
doba, sezóna, období

Στατιστικά δημοτικότητας: περίοδος

Τυχαίες λέξεις