Λέξη: βλάπτω

Σχετικές λέξεις: βλάπτω

βλάπτω αρχαια, βλαπτω συνώνυμο, βλάπτω αντώνυμο, ρήμα βλάπτω, βλάπτω αρχικοί χρόνοι, βλάπτω παρακείμενοσ αρχαία, βλάπτω παρακείμενοσ, βλάπτω στα αγγλικά

Συνώνυμα: βλάπτω

χτυπώ, βλάπτω, πληγώνω, λυπώ, πονώ, ζημιώνω, ζημιώ, τραυματίζω, φθείρω, χαλώ

Μεταφράσεις: βλάπτω

αγγλικά
mar, damage, harm


ισπανικά
estropear, avería, perjuicio, daño, lesión, ...

γερμανικά
schadensbild, verletzung, voreingenommenheit, beschädigung, leid, ...

γαλλικά
endommagez, désavantage, panne, mal, endommagement, ...

ιταλικά
danneggiare, ledere, male, danno, difetto, ...

πορτογαλικά
inconveniente, avariar, estragar, avaria, ferida, ...

ολλανδικά
defect, prijs, schaden, schenden, verwonding, ...

ρωσικά
исковеркать, поломка, ущерб, рана, обезобразить, ...

νορβηγικά
skjemme, skade, beskadige, ugagn

σουηδικά
åverkan, skada, avbräck, ramponera, ont

φινλανδικά
vahingoittaa, halla, ruhjoa, vahinko, vaurio, ...

δανικά
beskadige, skade

τσεχικά
ničit, odškodné, zranění, kazit, ztráta, ...

πολωνικά
zepsucie, niepowodzenie, szkoda, zniekształcać, zniekształcić, ...

ουγγρικά
fáj, bántani, fájt, árt, fájni

τούρκικα
zarar

ουκρανικά
макі, шкодити, пошкоджувати, збиток, псуватись, ...

αλβανικά
dëmtoj, çmim, marsi, dëm, lëndim

βουλγαρικά
щета, вред, март, нараняване, цена

λευκορωσικά
блага, сакавiк

εσθονικά
märts, vigastus, kriimustus, kahjutasu, kriimustama, ...

κροατικά
upropastiti, uprljati, šteta, zlo, oštećenja, ...

ισλανδικά
mein, brjóta, skaði

λατινικά
damnum, iniuria, detrimentum, comminuo, vulnero, ...

λιθουανικά
skriauda, žala, kaina, sugadinti, blogis

λετονικά
sasist, sabojāt, cena, bojājums, postījums, ...

σλαβομακεδονικά
цената

ρουμανικά
pagubă, defect, martie, strica, preţ, ...

σλοβενικά
škodit, ničit, škoda, kazit

σλοβακικά
škoda, poškodiť

Τυχαίες λέξεις