Λέξη: έντεκα

Σχετικές λέξεις: έντεκα

έντεκα παρά, έντεκα μαρούσι, έντεκα χιλιάδες βέργες, έντεκα λεπτά paulo coelho, έντεκα και κάτι, έντεκα λεπτά, έντεκα χορός, έντεκα εικοσιπέντε, έντεκα χρόνια από το δυστύχημα των τεμπών, έντεκα παρά στίχοι

Συνώνυμα: έντεκα

έντεκα, ένδεκα

Μεταφράσεις: έντεκα

αγγλικά
eleven


ισπανικά
once

γερμανικά
elf

γαλλικά
onze

ιταλικά
undici, undici anni, le undici, di undici, eleven

πορτογαλικά
ascensor, onze, elevador

ολλανδικά
elf

ρωσικά
одиннадцать, одиннадцати, одиннадцать лет, двенадцатого

νορβηγικά
elleve

σουηδικά
elva

φινλανδικά
yksitoista

δανικά
elleve

τσεχικά
jedenáct, jedenáctka

πολωνικά
jedenasta

ουγγρικά
tizenegy

τούρκικα
on bir, on, onbir, onbiri, eleven

ουκρανικά
одинадцять, одинадцятеро

αλβανικά
njëmbëdhjetë, njëmbëdhjetët, eleven, nga njëmbëdhjetë

βουλγαρικά
единадесет, единайсет, единадесета, единайсет и, единадесет часа

λευκορωσικά
адзінаццаць, адзінаццатай

εσθονικά
üksteist

κροατικά
jedanaest

ισλανδικά
ellefu

λατινικά
undecim

λιθουανικά
vienuolika

λετονικά
vienpadsmit

σλαβομακεδονικά
единаесет, единаесетте

ρουμανικά
unsprezece

σλοβενικά
enajst

σλοβακικά
jedenásť

Στατιστικά δημοτικότητας: έντεκα

Τυχαίες λέξεις