Λέξη: αντεπεξέρχομαι

Σχετικές λέξεις: αντεπεξέρχομαι

αντεπεξέρχομαι σημασια, ανταπεξέρχομαι στα αγγλικα, αντεπεξέρχομαι κλιση, αντεπεξέρχομαι ή ανταπεξέρχομαι, αντεπεξέρχομαι συνώνυμο, ανταπεξέρχομαι english

Μεταφράσεις: αντεπεξέρχομαι

αγγλικά
cope, manage


ισπανικά
administrar, dirigir, guiar

γερμανικά
überwachen, meistern, kontrollieren, schaffe, bewältigen, ...

γαλλικά
administrer, diriger, surveiller, régir, régner, ...

ιταλικά
amministrare, reggere, guidare, gestire, governare, ...

πορτογαλικά
guiar, gerir, controle, governar, dirigir, ...

ολλανδικά
richten, toedienen, dirigeren, besturen, beheren, ...

ρωσικά
начальствовать, управиться, кабина, ведать, мериться, ...

νορβηγικά
lede, administrere, greie

σουηδικά
handha, förvalta, hantera, förestå, manövrera

φινλανδικά
pärjätä, jaksaa, keplotella, johtaa, harja, ...

δανικά
klare, håndtere, at klare, at håndtere, imødegå

τσεχικά
dosáhnout, zvládnout, překlenout, přikrýt, vládnout, ...

πολωνικά
zarządzać, uporać, prowadzić, przykrycie, borykać, ...

ουγγρικά
vecsernyepalást, palást, összecsapás, összeütközés

τούρκικα
başarmak

ουκρανικά
справитися, кожух, риза, упоратися, наручники, ...

αλβανικά
kontrolloj, administroj

βουλγαρικά
будка

λευκορωσικά
спраўляцца

εσθονικά
haldama

κροατικά
upravljati

ισλανδικά
takast, haga

λατινικά
curo, moderor

λιθουανικά
susidoroti, įveikti, spręsti, susitvarkyti, kovoti

λετονικά
vadīt, pārraudzīt

σλαβομακεδονικά
се справат, справат, да се справат, се справи, справување

ρουμανικά
face față, a face față, face, facă față, facă

σλοβενικά
vést, dovést

σλοβακικά
vedieť, ovládať

Τυχαίες λέξεις