Λέξη: αντοχή

Σχετικές λέξεις: αντοχή

αντοχή των υλικών, αντοχή στο τρέξιμο, αντοχή υλικών σημειώσεις, αντοχή σε εφελκυσμό, αντοχή υλικών pdf, αντοχή σκυροδέματος, αντοχή υλικών, αντοχή συνώνυμο, αντοχή σκυροδέματος σε θλίψη, αντοχή σε θλίψη

Συνώνυμα: αντοχή

αντίσταση, αντοχή, στερεότητα, καρτερία, υπομονή, τόλμη, δύναμη αντιστάσεως, χαλύβδινο, ρώμη, δύναμη, στερεότης

Μεταφράσεις: αντοχή

αγγλικά
fortitude, tolerance, resistance


ισπανικά
tolerancia, inmunidad, resistencia

γερμανικά
toleranz, immunität, stärke, impedanz, verträglichkeit, ...

γαλλικά
rusticité, tolérance, vaillance, impédance, clémence, ...

ιταλικά
tolleranza, coraggio, opposizione, resistenza

πορτογαλικά
resistência, resistir, imunidade, oposição

ολλανδικά
onvatbaarheid, immuniteit, tegenstand, oppositie, tegenweer, ...

ρωσικά
допуск, сопротивляемость, терпимость, противоборство, стойкость, ...

νορβηγικά
immunitet, toleranse, motstand

σουηδικά
motstånd, tolerans

φινλανδικά
suvaitsevaisuus, vastakkaisuus, vastustuskyky, koskemattomuus, vastaanpano, ...

δανικά
modstand, impedans

τσεχικά
tolerance, shovívavost, imunita, odolnost, opozice, ...

πολωνικά
męstwo, tolerancja, opór, oporność, sprzeciw, ...

ουγγρικά
tolerancia, kímélet

τούρκικα
muhalefet, bağışıklık, dokunulmazlık

ουκρανικά
перешкоджати, опиратися, протистояти, відбивати, мужність, ...

αλβανικά
qëndresë

βουλγαρικά
мъжество, имунитет, съпротивление

λευκορωσικά
супраціў, супраціўленне

εσθονικά
tolerants, taluvusvõime, vastupanu, meelekindlus, sallivus, ...

κροατικά
izdržljivost, otpornost, rezistentnost, tolerancija, odstupanje, ...

ισλανδικά
viðnám, mótstöðu, ónæmi, mótspyrna, andstöðu

λιθουανικά
atsparumas, varža, atsparumo, pasipriešinimas, atsparumą

λετονικά
rezistors

σλαβομακεδονικά
отпорност, отпор, отпорот, отпорноста, отпорност на

ρουμανικά
imunitate, rezistor, rezistenţă, toleranţă

σλοβενικά
odpor, odboj, tolerance

σλοβακικά
tolerancie, odporový, tolerancia, odpor, odboj

Στατιστικά δημοτικότητας: αντοχή

Τυχαίες λέξεις