Λέξη: γρήγορος

Σχετικές λέξεις: γρήγορος

γρήγορος υπολογισμός φόρου εισοδήματος 2013, γρήγορος θάνατος, γρήγορος υπολογισμός φόρου 2014, γρήγορος άργος, γρήγορος browser, γρήγορος συνώνυμα, γρήγορος μεταβολισμός, γρήγορος μετασχηματισμός fourier, γρήγορος υπολογισμός φόρου 2012, γρήγορος μουσακάς

Συνώνυμα: γρήγορος

γοργός, ταχύς, γρήγορος, ζωηρός, στερεός, άσωτος, αλματωδής, βιαστικός, επιπόλαιος

Μεταφράσεις: γρήγορος

αγγλικά
rapid, quick, fast, prompt


ισπανικά
inmediato, ayunar, diligente, deprisa, presto, ...

γερμανικά
lebhaft, anzeige, anforderungszeichen, rasch, unmittelbar, ...

γαλλικά
accore, alerte, intelligent, jeûne, jeûner, ...

ιταλικά
impetuoso, rapido, veloce, suggerire, celere, ...

πορτογαλικά
remir, promover, rápido, imediato, veloz, ...

ολλανδικά
nauwgezet, lenig, spoedig, hard, druk, ...

ρωσικά
ровно, точно, стойкий, непосредственный, причал, ...

νορβηγικά
hurtig, snøgg, umiddelbar, rask

σουηδικά
snabb, fasta, hastig, pigg, rask, ...

φινλανδικά
paastota, lujasti, täsmällinen, joutuisa, sukkela, ...

δανικά
hurtig, fast, hurtigt

τσεχικά
srázný, rychlý, napovědět, pobídnout, živý, ...

πολωνικά
zwinny, ożywić, podpowiadać, szybko, rychły, ...

ουγγρικά
súgás, sebes, böjt, színtartó, haladéktalan, ...

τούρκικα
ahlaksız, çevik, tez, çabuk, tiz, ...

ουκρανικά
часто-часто, в'їдливий, причепливий, швидко-швидко, прискіпливий, ...

αλβανικά
shpejtë, agjërimi

βουλγαρικά
бърз

λευκορωσικά
штурхаць, шыбка

εσθονικά
elav, kiiresti, kähku, kiire

κροατικά
brzo, živ, strm, snalažljiv, hitar, ...

ισλανδικά
flottur, fastur, skjótlegur, fljótur, fasta, ...

λατινικά
promptus, celer, alacer

λιθουανικά
spartus, tvirtai, greitas, stipriai, tvirtas, ...

λετονικά
gavēnis, izveicīgs, ātrs, žigls, straujš, ...

σλαβομακεδονικά
пост

ρουμανικά
post, iute, repede, prompt, rapid, ...

σλοβενικά
hiter, hitro

σλοβακικά
rýchly, okamžitý, prudký, chytro, rýchlo, ...

Στατιστικά δημοτικότητας: γρήγορος

Τυχαίες λέξεις