Λέξη: ασυναίσθητα

Σχετικές λέξεις: ασυναίσθητα

ασυναίσθητα συνωνυμο, ασυναίσθητα συνωνυμα, ασυναίσθητα λεξικό

Μεταφράσεις: ασυναίσθητα

ασυναίσθητα στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
unwittingly, unconsciously, unconscious

ασυναίσθητα στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
inconscientemente, inconsciente, forma inconsciente, manera inconsciente

ασυναίσθητα στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
unwissentlich, unabsichtliche, unbewusst, unbewußt

ασυναίσθητα στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
inconsciemment, inconsciente, insu, inconscient

ασυναίσθητα στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
inconsciamente, inconsapevolmente, inconscio, inconsapevole

ασυναίσθητα στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
inconscientemente, inconsciente

ασυναίσθητα στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
onbewust, onbewuste, bewusteloos

ασυναίσθητα στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
невольно, ненамеренно, непроизвольно, непреднамеренно, бессознательно, неосознанно, подсознательно

ασυναίσθητα στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
ubevisst

ασυναίσθητα στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
omedvetet, omedveten, unconsciously

ασυναίσθητα στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
tiedostamatta, alitajuisesti, tiedostamattaan, tiedostamattomasti, tietämättään

ασυναίσθητα στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
ubevidst, ubevidst at

ασυναίσθητα στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
nevědomky, nevědomě, podvědomě, bezděčně

ασυναίσθητα στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
bezwiednie, nieświadomie, nieprzytomnie, podświadomie

ασυναίσθητα στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
szándékolatlanul, öntudatlanul, tudattalanul, tudat, önkéntelenül, tudat alatt

ασυναίσθητα στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
bilinçsizce, bilinçsiz, bilinçsiz olarak, farkında olmadan, farkında

ασυναίσθητα στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
мимоволі, несвідомо

ασυναίσθητα στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
në mënyrë të pandërgjegjshme, pandërgjegjshme, të pandërgjegjshme, mënyrë të pandërgjegjshme, pa vetëdije

ασυναίσθητα στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
несъзнателно, подсъзнателно, несъзнателно се, неосъзнато

ασυναίσθητα στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
несвядома, неўсвядомлена, несьвядома, падсьвядома, міжволі

ασυναίσθητα στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
alateadlikult, ebateadlikult, tahtmatult, teadmatult

ασυναίσθητα στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
nesvjesno, i nesvjesno, podsvjesno, nesvijesno

ασυναίσθητα στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
ómeðvitað, ómeðvitað að, óafvitandi, meðvitundarlaus, ómeðvitaða

ασυναίσθητα στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
nesąmoningai

ασυναίσθητα στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
neapzināti, neapzinoties

ασυναίσθητα στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
несвесно, и несвесно, несвесно се, потсвесно, несвесно го

ασυναίσθητα στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
inconștient, inconstient, mod inconștient, în mod inconștient

ασυναίσθητα στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
nezavedno, nezavestno, podzavestno, nehote

ασυναίσθητα στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
nevedome, nevedomky, podvedome, vedome
Τυχαίες λέξεις