Λέξη: βλέπω

Σχετικές λέξεις: βλέπω

βλέπω το σημερινό κόσμο, βλέπω κάτι όνειρα, βλέπω θολά από το ένα μάτι, βλέπω ανθρώπους που δεν είναι υποψήφιοι, βλέπω το θάνατό σου, βλέπω μυγακια, βλέπω κάτι όνειρα στίχοι, βλέπω αστεράκια, βλέπω συνώνυμα, βλέπω κύκλους

Συνώνυμα: βλέπω

καταλαβαίνω, βλέπω, θεωρώ, φαίνομαι, κοιτάζω, μαρτυρώ, διορώ, αντιλαμβάνομαι, κατασκοπεύω, κατοπτεύω, διερευνώ, βλοσυρώ, βλέπω βλοσυρά, βλέπω βλοσυρώς, παρατηρώ, διακρίνω

Μεταφράσεις: βλέπω

αγγλικά
watch, see


ισπανικά
atisbar, observar, velar, mirar, centinela, ...

γερμανικά
sieht, uhr, bewachen, diözese, wache, ...

γαλλικά
voyons, croiser, voyez, scruter, observer, ...

ιταλικά
vigilare, scolta, sentinella, sorvegliare, vedere, ...

πορτογαλικά
explorar, escavar, visitar, desbaratar, observar, ...

ολλανδικά
toezien, exploreren, gadeslaan, afgaan, bekijken, ...

ρωσικά
наблюдать, укараулить, стеречь, осматривать, сознать, ...

νορβηγικά
forstå, klokke, ur, våke, se, ...

σουηδικά
se, skåda, betrakta, vaka, ur, ...

φινλανδικά
huomata, katsella, tutkia, tarkastella, kello, ...

δανικά
se, vagtpost, ur

τσεχικά
hledět, stráž, hodinky, rozumět, pozorovat, ...

πολωνικά
wyczekać, zorientować, baczyć, uważać, zaobserwować, ...

ουγγρικά
püspökség, virrasztás

τούρκικα
gözetlemek, bakmak, gözlemek, karşılaşmak, toplanmak, ...

ουκρανικά
находити, єпархія, роздивлятись, марнотратний, знать

αλβανικά
shikoj, shoh, këqyr

βουλγαρικά
виждам, виж, вж, видите, вижте

λευκορωσικά
глядзець, бачыць, гадзiньнiк

εσθονικά
nägema, logard, pillaja

κροατικά
vidi, vidjeti, pratiti, razgledati, shvatiti, ...

ισλανδικά
gæta, sjá

λατινικά
vigilo, specto, animadverto

λιθουανικά
sargybinis, stebėti, sargyba, žiūrėti, laikrodis, ...

λετονικά
eksaminēt, sastapt, sardze, satikties, apciemot, ...

σλαβομακεδονικά
види, видете, видите, се види, гледам

ρουμανικά
ceas, santinelă, vedea, interpreta

σλοβενικά
gledati, videti, viz

σλοβακικά
sídlo, chápať

Στατιστικά δημοτικότητας: βλέπω

Τυχαίες λέξεις