Λέξη: δεμένος

Σχετικές λέξεις: δεμένος

δεμένος σκύλος, δεμένος συνωνυμα, δεμένοσ εδώ, δεμένος στα αγγλικά, δεμένοσ πισθάγκωνα στο μεσιανό κατάρτι, ονειροκρίτησ δεμένοσ, πισάγκωνα δεμένος

Συνώνυμα: δεμένος

δεμένος, περιορισμένος, προωρισμένος

Μεταφράσεις: δεμένος

αγγλικά
bound


ισπανικά
frontera, restringir, límite, linde

γερμανικά
abspringen, grenze, einschränken, begrenzen, beschränken, ...

γαλλικά
détente, rétrécir, borner, restreindre, bond, ...

ιταλικά
confine, limite, frontiera, abbrivo

πορτογαλικά
confins, fronteira, raia, limite

ολλανδικά
perk, grens

ρωσικά
ограничение, граница, ущемление, сдерживать, связанный, ...

νορβηγικά
byks, begrense, grense

σουηδικά
gräns, begränsa

φινλανδικά
hyppäys, rajattu, loikka, hypätä, hyppiä, ...

δανικά
springe, indskrænke, begrænsning

τσεχικά
skok, mez, omezit, vyskakovat, skákat, ...

πολωνικά
odskok, dziabać, odskakiwać, związanie, oprawny, ...

ουγγρικά
bekötött, megkötött

τούρκικα
sınırlamak

ουκρανικά
впевнений, межень, неодмінний, упевнений, відскік

αλβανικά
kufi

βουλγαρικά
граница, подвързан, обвързан, свързан, свързания

λευκορωσικά
скакаць

εσθονικά
seotud, piir, hüplema

κροατικά
međa, ograničiti, oivičen, vezan, skočiti, ...

ισλανδικά
bundið, bundinn, bundin, binst, leyti bundið

λιθουανικά
riba, pašokti, ežia

λετονικά
robeža, ierobežot, limitēt, ierobežojums, lekt

σλαβομακεδονικά
врзани, граница, врзана, врзан, обврзана

ρουμανικά
limită

σλοβενικά
meze

σλοβακικά
viazaný, viazaného, zviazaný, viazanie, naviazaný

Τυχαίες λέξεις