Λέξη: ευσυνείδητος

Σχετικές λέξεις: ευσυνείδητος

ευσυνείδητος ετυμολογια, ευσυνείδητος πολιτης, ευσυνείδητος συνώνυμο, ευσυνείδητος σημασια, ευσυνείδητος αγγλικα, ευσυνείδητος ορισμος

Συνώνυμα: ευσυνείδητος

ευσυνείδητος, λεπτολόγος, ακριβολόγος, φιλοδίκαιος, αυτοσυνειδητός, νευρικός

Μεταφράσεις: ευσυνείδητος

αγγλικά
scrupulous


ισπανικά
escrupuloso, meticuloso

γερμανικά
pingelig, ängstlich, sorgfältig, bedenklich

γαλλικά
scrupuleux, consciencieux, méticuleux, minutieux

ιταλικά
scrupoloso, pignolo

πορτογαλικά
consciencioso, consciente, consciência, de consciência, conscienciosa

ολλανδικά
gewetensvol, consciëntieus, gewetensvolle, gewetensbezwaren, nauwgezette

ρωσικά
щепетильный, старательный, деликатный, разборчивый, усердный, ...

νορβηγικά
skrupuløs

σουηδικά
samvetsgrann, samvetsgranna, vapen, samvetsgrant, noggrann

φινλανδικά
tunnollinen, tunnollisia, omantunnon, tunnollisesti, tunnollisesta

δανικά
samvittighedsfuld, samvittighedsfulde, samvittighedsfuldt, pligtopfyldende, militærnægtelse

τσεχικά
puntičkářský, úzkostlivý, svědomitý

πολωνικά
sumienny, skrupulatny, ostrożny

ουγγρικά
aggályoskodó

τούρκικα
vicdanlı, vicdani, bilinçli, dürüst

ουκρανικά
добросовісний, сумлінний, педантичний, совісний

αλβανικά
i ndërgjegjshëm, ndërgjegjshëm, të ndërgjegjshëm, mirëbesim, me mirëbesim

βουλγαρικά
съвестен, добросъвестен, съвестно, съзнателен, добросъвестни

λευκορωσικά
добрасумленны, добрасумленную, добрасумленная, сумленны, старанны

εσθονικά
südametunnistusega, vastutustundeline

κροατικά
savjestan, skrupulozan

ισλανδικά
conscientious, samvisku, samviskusöm, samviskusamt, samviskusömum

λιθουανικά
sąžiningas, sąžiningai, sąžiningi, sąžininga, sąmoninga

λετονικά
apzinīgs, apzinīgi, apzinīgu, apzinīga, apzinīgākas

σλαβομακεδονικά
совесни, Совесниот, совесен, совеста, совесно

ρουμανικά
conștiincios, constiincios, de conștiință, conștiincioasă, conștiincioși

σλοβενικά
vesti, vesten, vestni, vestna, vestnim

σλοβακικά
zásadový

Τυχαίες λέξεις