Λέξη: δεσμεύω

Σχετικές λέξεις: δεσμεύω

δεσμεύω χρήματα, δεσμεύω συνωνυμα, δεσμεύω συνώνυμα, δεσμεύω στα αγγλικά

Συνώνυμα: δεσμεύω

δένω, δεσμεύω, αναλαμβάνω υποχρέωση, υποχρεώνω, κλείνω συμφωνία, πεδικλώνω, πεδικλώ, αλυσοδένω, δέσμευση, δίνω το λόγο μου, εμποδίζω, παρεμποδίζω

Μεταφράσεις: δεσμεύω

αγγλικά
commit, bind


ισπανικά
cometer, atar

γερμανικά
schenken, investieren, begehen, widmen, verüben

γαλλικά
commettez, river, confier, coupler, permettre, ...

ιταλικά
rilegare, commettere, affidare, impegnare, raccomandare, ...

πορτογαλικά
enlaçar, ligamento, ligar

ολλανδικά
binden, inbinden, begaan

ρωσικά
переплести, вверить, разбойничать, затвердевать, обвязывать, ...

νορβηγικά
begå

σουηδικά
begå

φινλανδικά
luottaa, sitoa, passittaa, kahlehtia, nitoa, ...

δανικά
fetter, lænke, hindring, Lænken, hindringen

τσεχικά
kompromitovat, páchat, věnovat, předložit, spojovat, ...

πολωνικά
przekazać, opatrywać, powierzyć, dopuszczać, popełniać, ...

ουγγρικά
béklyó, béklyója, forma béklyója, kerékkötôje

τούρκικα
yapmak

ουκρανικά
учинити, затримувати, робити, зв'язувати, вчинити, ...

αλβανικά
lidh

βουλγαρικά
спъвам, Fetter, Фетър, на Фетер, Фетер и

λευκορωσικά
кайданы, аковы, путы, ланцугі, іхнія аковы

εσθονικά
pühenduma, mõistma, köitma, sooritama, siduma

κροατικά
vezati, obvezivati, počiniti, zavezati, obavezati, ...

ισλανδικά
hnýta, fremja

λιθουανικά
rišti

λετονικά
investēt, ieguldīt

σλαβομακεδονικά
fetter

ρουμανικά
investi

σλοβενικά
spojit

σλοβακικά
spáchať

Τυχαίες λέξεις