Λέξη: επανεμφάνιση

Σχετικές λέξεις: επανεμφάνιση

επανεμφάνιση λύσσας, επανεμφάνιση στηλών στο excel, επανεμφάνιση λύσσας στην ελλάδα, επανεμφάνιση κονδυλωμάτων, επανεμφάνιση κιρσοκήλης, επανεμφάνιση ενδομητρίωσης, επανεμφάνιση γραμμών στο excel, επανεμφάνιση καρκίνου του μαστού, επανεμφάνιση πολύποδα, επανεμφάνιση hpv

Συνώνυμα: επανεμφάνιση

επανεμφάνιση, εμφάνιση εκ νέου

Μεταφράσεις: επανεμφάνιση

αγγλικά
recurrence


ισπανικά
repetición

γερμανικά
wiederkehr, rezidiv, wiederholung, rückfall

γαλλικά
récurrence, retour, répétition

ιταλικά
ripresa

πορτογαλικά
reaparecimento, reaparição, ressurgimento, o reaparecimento

ολλανδικά
herhaling

ρωσικά
рецидив, обращение, возврат, возвращение, многократность, ...

νορβηγικά
tilbakekomst, gjenopptreden, opptreden, tilsynekomsten, reappearance

σουηδικά
reappearance, återuppträdande, återuppdykande, återkomsten, återkomst

φινλανδικά
ilmestyminen, uusiutua, jälleen esiintyvän, ilmaantuu uudelleen, nykyään jälleen

δανικά
genkomst, tilbagevenden, genetablering, genopblussen, tilbagefald

τσεχικά
návrat

πολωνικά
powtarzanie, częstotliwość, recydywa, nawracanie, nawrót, ...

ουγγρικά
kiújulás

τούρκικα
yeniden ortaya çıkma, yeniden belirmen, yeniden ortaya çıkışı, yeniden ortaya çıkması, yeniden ortaya

ουκρανικά
відродження, Возрождение

αλβανικά
rikthim, ringjallje, rishfaqja, ringjallje e, rishfaqje

βουλγαρικά
появяване отново, показване отново, повторна поява, поява, повторната поява

λευκορωσικά
адраджэнне, адраджэньне

εσθονικά
uuesti ilmumine, taasilmumisel, taasilmumine, veelkordse tekkeni, taasilmuda

κροατικά
povratak, ponavljanje

ισλανδικά
reappearance

λιθουανικά
Atgimimas, vėl neatsirastų, kartotis, vėl atsirado, Pakartotinis atsiradimą

λετονικά
atkalparādīšanās, paustais uzsvars, jauna parādīties, no jauna parādīties, atkārtotu rašanos

σλαβομακεδονικά
повторно да се појават, појавување, повторно појавување, повторното појавување, појава во повторно

ρουμανικά
reapariție, reapariția, reaparitia, cu reapariția, la reapariția

σλοβενικά
ponoven, Ponovni, ponoven pojav

σλοβακικά
obnovený, obnovenie, obnoveného, obnovené, vynovený

Τυχαίες λέξεις