Λέξη: επανορθώνω

Σχετικές λέξεις: επανορθώνω

επανορθώνω αγγλικά, επανορθώνω συνωνυμα, επανορθώνω συνωνυμο

Συνώνυμα: επανορθώνω

επανορθώ, ανορθώ, επανορθώνω, διορθώνω, αποζημιώ, ανακτώ, ξαναβρίσκω

Μεταφράσεις: επανορθώνω

αγγλικά
remedy


ισπανικά
remediar, remedio, curar

γερμανικά
rechtsbehelf, heilmittel, heilung, therapie, toleranz, ...

γαλλικά
moyen, médicament, rafistoler, médecine, corriger, ...

ιταλικά
rimedio, rimediare, riparo

πορτογαλικά
recurso, remédio, reparação, expediente, notável

ολλανδικά
weg, remedie, middel, medium, helen

ρωσικά
способ, выправлять, исправлять, снадобье, мера, ...

νορβηγικά
oppreisning, legemiddel, helbredelse

σουηδικά
avhjälpa, botemedel

φινλανδικά
tasoittaa, korjaus, parannus, huojentaa, parannuskeino, ...

δανικά
berigtige, rette, korrigere, afhjælpe, rette op

τσεχικά
opravit, náprava, lék, napravit, prostředek

πολωνικά
zaradzać, remedium, lekarstwo, środek, zaradzić, ...

ουγγρικά
gyógyszer, orvosság

τούρκικα
tedavi, kür, ilaç, şifa

ουκρανικά
виправний, лікувальний

αλβανικά
ndreq, ndrequr, të ndrequr, korrigjojë, korrigjuar

βουλγαρικά
компенсация

λευκορωσικά
выпраўляць, выправіць, папраўляць

εσθονικά
abinõu, heastama, ravim

κροατικά
lijek, pomoć

ισλανδικά
leiðrétta, bæta úr, lagfæra, að bæta úr, ráða bót

λιθουανικά
ištaisyti, pašalinti, pataisyti, taisyti, atitaisyti

λετονικά
līdzeklis, ārstēšana

σλαβομακεδονικά
исправат, поправат, поправање, поправање на, ја поправат

ρουμανικά
leac, remediu

σλοβενικά
náprava, napravit

σλοβακικά
napraviť, tolerancia, opatrení, náprava

Τυχαίες λέξεις