Λέξη: παραποιώ

Σχετικές λέξεις: παραποιώ

παραποιώ μετάφραση, παραποιεί αγγλικά, παραποιώ συνώνυμο

Συνώνυμα: παραποιώ

παραποιώ, υποκρίνομαι, πλαστογραφώ, παραθέτω εσφαλμενώς, αναφέρω, χειρίζομαι, μανουβράρω, στρεψοδικώ, υπεκφεύγω

Μεταφράσεις: παραποιώ

αγγλικά
falsify, tamper, alter


ισπανικά
modificar, variar, reformar, alterarse, falsear, ...

γερμανικά
verfälsche, fälschen, pfeifenstopfer, abändern, andern

γαλλικά
modifier, altérons, truquer, transformer, salsifis, ...

ιταλικά
variare, alterare, cambiare, modificare, mutare

πορτογαλικά
vão, falso, falsear, errado, altere

ολλανδικά
wijzigen, vervalsen, veranderen

ρωσικά
переделывать, менять, опровергать, изменяться, фальсифицировать, ...

νορβηγικά
forfalske, forandre, endre

σουηδικά
ändra, förfalska, byt

φινλανδικά
kastroida, muuttaa, vääristää, muunnella, sormeilla, ...

δανικά
forandre

τσεχικά
pozměnit, lhát, proměnit, měnit, změnit, ...

πολωνικά
babrać, podrabiać, zawodzić, zmieniać, ruszać, ...

ουγγρικά
rosszul idéz, hibásan idéz

τούρκικα
değişmek, değiştirmek

ουκρανικά
мінятися, дурити, підроблятися, змінити, спростовувати, ...

αλβανικά
citoj gabim

βουλγαρικά
неправилно цитирам

λευκορωσικά
пераблытаная, пераблытаў, сказіла, пераблытаныя, пераблыталі

εσθονικά
muutma, näppima, jändama, tampija, vaheldama

κροατικά
falsificirati, podmićivati, krivotvoriti, mijenjati, preinačiti, ...

ισλανδικά
breyta, falsa

λατινικά
muto

λιθουανικά
Neteisingai Cituoti

λετονικά
nepareizi citēt

σλαβομακεδονικά
misquote

ρουμανικά
cita greșit, citat gresit

σλοβενικά
Napačno citirati

σλοβακικά
meniť, falšovať

Τυχαίες λέξεις