Λέξη: νοστιμίζω

Συνώνυμα: νοστιμίζω

απολαύω, εντρυφώ, νοστιμίζω

Μεταφράσεις: νοστιμίζω

αγγλικά
season


ισπανικά
sazonar, condimentar, estación, aderezar, aliñar, ...

γερμανικά
saison, würzen, anpassen, jahreszeit

γαλλικά
relever, adapter, assaisonner, épicer, ajuster, ...

ιταλικά
condire, ammannire, stagione

πορτογαλικά
acomodar, adaptar, ajustar, adubar, costa, ...

ολλανδικά
adapteren, monteren, kruiden, aanpassen, seizoen, ...

ρωσικά
год, закаливать, приправлять, сезон, приучить, ...

νορβηγικά
årstid, krydre, sesong

σουηδικά
säsong

φινλανδικά
kausi, maustaa, ryydittää, höystää, vuodenaika

δανικά
årstid, sæson

τσεχικά
osladit, okořenit, zpříjemnit, ochutit, kořenit, ...

πολωνικά
pora, doprawiać, przyprawiać, sezon

ουγγρικά
szezon, idény, évad, évszak

τούρκικα
baharat, mevsim

ουκρανικά
привчити, літа, загартовувати

αλβανικά
stinë

βουλγαρικά
сезон

λευκορωσικά
пара

εσθονικά
aastaaeg, küpsema, karastuma

κροατικά
nakititi, okus, začin, sezona, dotjerati

ισλανδικά
árstími, árferði, árstíð

λιθουανικά
sezonas

λετονικά
sezona

σλαβομακεδονικά
мезе, пријатно ми е, имам арома, пријатно ми, уживаат во

ρουμανικά
sezon, asezona, anotimp

σλοβενικά
sezóna, sezona

σλοβακικά
období, sezóna

Τυχαίες λέξεις