Λέξη: περιορίζω

Σχετικές λέξεις: περιορίζω

περιορίζω στα αγγλικά, περιορίζω αντώνυμο, περιορίζω translate, περιορίζω συνώνυμα, περιορίζω αντιθετο

Συνώνυμα: περιορίζω

περιορίζω, περιστέλλω, συμπτύσσω, χαμηλώνω, ελαττώ, ελαττώνω, μετατρέπω, εγκλείω, φυλακίζω, κλέπτω, κλοπηώ, γράφω πέριξ, καθορίζω τα όρια, περιγράφω, εντοπίζω, σφίγγω, συσφίγγω, στενεύω, μειώνω, περικόπτω, συντέμνω, βραχύνω, συντομεύω, προξενώ σπασμούς, προκαλώ κράμπα, σμικροποιώ, υποτιμώ, μειώνω στο ελάχιστο, εγκόπτω, καθιστώ αβλαβή, πληγώνω, τσιγκουνεύομαι, στενοχωρώ, περιέχω, αναχαιτίζω, διαιρούμαι, περικλείω, περιλαμβάνω

Μεταφράσεις: περιορίζω

αγγλικά
limit, restrict, reduce, confine, inhibit


ισπανικά
achicar, frontera, encarcelar, aminorar, menguar, ...

γερμανικά
grenze, beschränken, vermindern, grenzwert, abgrenzung, ...

γαλλικά
barrière, amenuisez, circonscrire, restreins, restreindre, ...

ιταλικά
ridurre, restringere, limitare, rimpicciolire, confine, ...

πορτογαλικά
restrinja, herde, reprimir, coibir, reduza, ...

ολλανδικά
verlagen, begrenzen, grens, verminderen, weerhouden, ...

ρωσικά
покорять, преобразовывать, урезывать, сбавить, ослаблять, ...

νορβηγικά
hemme, forminske, begrense, redusere, grense, ...

σουηδικά
gräns, inskränka, reducera, minska, begränsa

φινλανδικά
laimentaa, ääri, pelkistää, supistaa, rajoittua, ...

δανικά
begrænse, nedsætte, indskrænke, begrænsning, grænse

τσεχικά
zredukovat, zpomalovat, brzdit, omezit, zmírňovat, ...

πολωνικά
uszczuplać, powstrzymać, zahamować, więzić, schudnąć, ...

ουγγρικά
szél, peremvidék, határmezsgye, határpillér, limes, ...

τούρκικα
indirmek, küçültmek, azaltmak, sınırlandırmak, sınırlamak

ουκρανικά
вапнування, ув'язнення, ув'язнювати, обмежувати, побілка, ...

αλβανικά
pakësoj

βουλγαρικά
граница, предел

λευκορωσικά
абмяжоўваць, абмежаваць

εσθονικά
piir, limiit, taandama, aurutama, piirama, ...

κροατικά
ograničiti, granica, međa, inhibirati, svesti, ...

ισλανδικά
lækka, takmarka

λατινικά
termino, terminus, redigo, finis

λιθουανικά
riba

λετονικά
robeža, limitēt, ierobežot

σλαβομακεδονικά
ограничат, ограничи, ограничуваме, ограничиме, ограничуваат

ρουμανικά
limită, reduce, reprima, limita

σλοβενικά
limit, zmanjšati

σλοβακικά
hranice, prekaziť, medza, hranica, limit

Τυχαίες λέξεις