Λέξη: περιορισμένος

Σχετικές λέξεις: περιορισμένος

περιορισμένος αριθμός εκκαθαρίσεων, περιορισμένος english, περιορισμένος συνώνυμα, περιορισμένος χρόνος

Συνώνυμα: περιορισμένος

περιορισμένος, δεμένος, προωρισμένος, πεπερασμένος, τετελεσμένος, έγκλειστος, νωθρός, ηλίθιος, στενόχωρος, αρμόδιος, έχων τα προσόντα, επιφυλακτικός, πτυχιούχος, τροποποιημένος

Μεταφράσεις: περιορισμένος

αγγλικά
finite


ισπανικά
restringido, restringida, restringido el, limitado, limitada

γερμανικά
endliche, teilüberdeckung

γαλλικά
final, fini, terminal

ιταλικά
limitato, limitata, ristretta, ristretto, restrizioni

πορτογαλικά
restringido, restrito, restrita, limitado, restringiu

ολλανδικά
beperkt, beperkte, beperkingen, openbare, beperken

ρωσικά
ограниченный, личный

νορβηγικά
begrenset, begrenses, begrensede, er begrenset, bundne

σουηδικά
begränsad, begränsat, begränsas, begränsade, restriktioner

φινλανδικά
äärellinen

δανικά
begrænset, begrænses, begrænsede, restriktioner, er begrænset

τσεχικά
konečný

πολωνικά
końcowy, skończony

ουγγρικά
véges, elhatárolt

τούρκικα
kısıtlı, sınırlı, sınırlıdır, kısıtlanmış, yoktur

ουκρανικά
обмежений

αλβανικά
i kufizuar, kufizuar, kufizohet, e kufizuar, kufizuara

βουλγαρικά
ограничен, ограничена, ограничено, ограничава, ограничени

λευκορωσικά
абмежаваны, абмежаванае

εσθονικά
piiratud

κροατικά
konačan, određen, ograničen, konačni

ισλανδικά
takmarkaður, takmörkuð, takmarkast, bundin, takmarkað

λιθουανικά
ribotas, apribota, ribojamas, apribotas, ribojama

λετονικά
ierobežots, ierobežota, ierobežotas, ierobežot, ierobežo

σλαβομακεδονικά
ограничена, ограничено, ограничени, ограничен, ограничи

ρουμανικά
limitat, restricționat, limitată, restricționată, restrânsă

σλοβενικά
omejena, omejeno, omejen, omejene, omejeni

σλοβακικά
konečný

Τυχαίες λέξεις