Λέξη: συγκινητικός

Σχετικές λέξεις: συγκινητικός

συγκινητικός επικήδειος, συγκινητικός συνώνυμα, συγκινητικός συνώνυμο

Συνώνυμα: συγκινητικός

κινούμενος, οικτρός, αφορών, ευαίσθητος, ευσυγκίνητος, εντυπωσιακός, θλιβερός

Μεταφράσεις: συγκινητικός

συγκινητικός στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
moving, touching, pathetic, pathetical, thrilling

συγκινητικός στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
movimiento, mover, moviendo, moviéndose, moverse

συγκινητικός στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
bewegend, beweglich, verlegung, Verschiebung, bewegen, beweglichen, bewegenden

συγκινητικός στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
saisissant, transposition, remuant, émouvant, mobile, attendrissant, mouvant, en mouvement, déplacer, déplacement, déplaçant

συγκινητικός στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
mobile, in movimento, spostamento, commovente, muoversi

συγκινητικός στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
em movimento, movente, comovente, móvel, mover

συγκινητικός στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
ontroerend, aandoenlijk, roerend, bewegend, bewegende, bewegen, het verplaatsen

συγκινητικός στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
трогательный, умилительный, умильный, передвигающийся, волнующий, подвижной, движущий, движущийся, проникновенный, движущихся, перемещение, перемещения, движется, двигаться

συγκινητικός στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
flytting, bevegelige, flytte, beveger, flytter

συγκινητικός στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
rörliga, flytta, flyttar, att flytta, rör sig

συγκινητικός στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
liikkuva, sykähdyttävä, irrallinen, liikkuvat, liikkuu, siirtämällä, liikkuviin

συγκινητικός στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
bevæger sig, flytte, flytter, bevæger, at flytte

συγκινητικός στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
pohyblivý, hybný, dojemný, dojímavý, pohybující, pohybuje, pohybující se

συγκινητικός στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
rzewny, ruchomy, wzruszający, przeniesienie, ruchu, ruchomych, przesuwając

συγκινητικός στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
hordozható, mozgatható, szállítható, megható, mozgó, mozog, halad, a mozgó, mozgásban

συγκινητικός στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
hareketli, hareket, hareket eden, taşıma, taşınma

συγκινητικός στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
кіно, фільм, рухомих, рухаються, що рухаються

συγκινητικός στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
lëviz, duke lëvizur, lëvizur, lëvizin, duke shkuar

συγκινητικός στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
движещ се, движи, преместване, движат, движещи

συγκινητικός στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
рухаюцца, якія рухаюцца, рухомых, рухаліся

συγκινητικός στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
liikuv, liigutav, liikuvate, liigub, liikuvad, liikudes

συγκινητικός στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
uzbudljiv, premještanjem, kreće, se kreće, pomicanjem, kretanje, premještanja

συγκινητικός στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
færa, flytja, að flytja, að færa, áhrifamikill

συγκινητικός στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
judantis, juda, perkelti, judėti, judančių

συγκινητικός στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
pārvietojas, virzās, pārvietojot, kustīgu, kustas

συγκινητικός στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
поместување, се движат, се движи, движат, движи

συγκινητικός στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
mobil, mișcare, în mișcare, deplasează, se deplasează

συγκινητικός στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
premikanje, premika, gibljejo, premikanjem, se gibljejo

συγκινητικός στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
vzrušujúci, pohyblivý, pohyblivá, pohyblivé, nastaviteľné, mobilného
Τυχαίες λέξεις