Λέξη: χορωδιακός

Συνώνυμα: χορωδιακός

χορικός, χορωδιακός, ψαλτικός

Μεταφράσεις: χορωδιακός

αγγλικά
choral


ισπανικά
coral

γερμανικά
Chor-, Chor, choral

γαλλικά
choral

ιταλικά
corale, Choral, corale Il, corali, coro

πορτογαλικά
coral, choral, corais, coro, de coral

ολλανδικά
koor-, koraal, Choral, koor, koormuziek

ρωσικά
хорал, хоровой

νορβηγικά
kor, kormusikk, choral, sangsskoler, korsang

σουηδικά
kor-, Choral, körsång, körverk, körmusik

φινλανδικά
koraali

δανικά
kor, Choral, koral, korsang, kor-

τσεχικά
sborový, chorál, chorální

πολωνικά
chóralny, chórowy

ουγγρικά
korál, kórus, énekkari, kórusok

τούρκικα
koro, koral, Verilen koro, bir koro, koro eserinin

ουκρανικά
хоровий, струнний

αλβανικά
koral, korale, Muzika korale, Choral

βουλγαρικά
хоров, хорово, хорова, хоровото, хорови

λευκορωσικά
харавой, харавы

εσθονικά
koraal

κροατικά
horski, zborski, zborskoj, pjevačkih, zborske

ισλανδικά
choral

λιθουανικά
chorinis, choro, Chorui, chorinio, chorinės

λετονικά
kora, Koru, Horālā, horālās, korālis

σλαβομακεδονικά
хорски, хорска, хорско, хорската, хорското

ρουμανικά
coral, corală, corale, corala, cor

σλοβενικά
zborovsko, zborovski, zborovska, zborovske, zborovodja

σλοβακικά
zborový, kolektívny, kolégiový

Τυχαίες λέξεις