Λέξη: απασχόληση
Σχετικές λέξεις: απασχόληση
απασχόληση συνώνυμα, απασχόληση συνταξιούχων δημοσίου, απασχόληση παιδιών, απασχόληση αλλοδαπού, απασχόληση δικηγόρων με έμμισθη εντολή στις ανεξάρτητες αρχές, απασχόληση φοιτητών, απασχόληση στην ελλάδα, απασχόληση συγγενούς σε ατομική επιχείρηση, απασχόληση συνταξιούχων ικα, απασχόληση συνταξιούχων οαεε, δημιουργική απασχόληση, μερική απασχόληση, απασχοληση
Συνώνυμα: απασχόληση
ενοικίαση, μίσθωση, νοίκιασμα, εκμίσθωση, μισθός, αναψυχή, διασκέδαση, δραστηριότητα, δραστικότητα, αρμοδιότητα, χημική διαστηριότητα, έγνοια, φροντίδα
Μεταφράσεις: απασχόληση
απασχόληση στα αγγλικά
Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
pastime, livelihood, employment, jobs, time, work
απασχόληση στα ισπανικά
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
pasatiempo, mantenimiento, sustento, diversión, empleo, el empleo, de empleo, trabajo, del empleo
απασχόληση στα γερμανικά
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
lebensunterhalt, kurzweil, broterwerb, zeitvertreib, unterhalt, Beschäftigung, Beschäftigungs, die Beschäftigung, der Beschäftigung, Beschäftigungs-
απασχόληση στα γαλλικά
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
récréation, nourriture, passe-temps, entretien, vie, amusement, agrément, divertissement, amusette, croûte, sustentation, distraction, subsistance, emploi, l'emploi, travail, emplois, un emploi
απασχόληση στα ιταλικά
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
passatempo, sostentamento, occupazione, lavoro, dell'occupazione, l'occupazione, di lavoro
απασχόληση στα πορτογαλικά
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
emprego, trabalho, de emprego, o emprego, do emprego
απασχόληση στα ολλανδικά
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
voedsel, voeding, leven, werk, dienst, werkgelegenheid, de werkgelegenheid, tewerkstelling
απασχόληση στα ρωσικά
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
игра, времяпрепровождение, развлечение, пропитание, забава, занятость, занятости, трудоустройство, трудоустройства, работа
απασχόληση στα νορβηγικά
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
tidsfordriv, levebrød, sysselsetting, ansettelse, sysselsettingen, arbeid, ansettelses
απασχόληση στα σουηδικά
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
uppehälle, anställning, sysselsättning, sysselsättningen, sysselsättnings, anställnings
απασχόληση στα φινλανδικά
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
harrastus, ajanviete, elättäminen, elämä, elanto, elinkeino, toimeentulo, viihdyke, ravinto, työllisyys, työllisyyden, työllisyyttä, työllisyyteen, työpaikkojen
απασχόληση στα δανικά
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
beskæftigelse, beskæftigelsen, arbejde, ansættelse
απασχόληση στα τσεχικά
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
kratochvíle, zábava, výživa, rekreace, obživa, vyražení, živobytí, zaměstnanost, zaměstnání, zaměstnanosti, pracovní, zaměstnávání
απασχόληση στα πολωνικά
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
rozrywka, utrzymanie, zatrudnienie, praca, zatrudnienia, pracy, pracę
απασχόληση στα ουγγρικά
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
foglalkoztatás, foglalkoztatási, a foglalkoztatás, foglalkoztatottság, foglalkoztatásra
απασχόληση στα τούρκικα
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
geçim, iş, istihdam, istihdamı, çalışma, istihdamın
απασχόληση στα ουκρανικά
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
живеться, розвага, зайнятість, занятість, занятость
απασχόληση στα αλβανικά
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
punësimi, punësimit, punësim, punësimin, e punësimit
απασχόληση στα βουλγαρικά
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
игра, работа, наемане на работа, заетостта, заетост, на заетостта
απασχόληση στα λευκορωσικά
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
спажытак, страва, харчы, ежа, спажыва, харчаванне, пажытак, занятасць, занятасьць
απασχόληση στα εσθονικά
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
ajaviide, elatis, tööhõive, tööhõivet, tööhõivele, töö, töökohtade
απασχόληση στα κροατικά
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
izdržavanje, razonoda, zabava, dokolica, život, zapošljavanje, zaposlenje, zaposlenost, zapošljavanja, zaposlenosti
απασχόληση στα ισλανδικά
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
atvinna, atvinnu, Employment, starfið, starf
απασχόληση στα λιθουανικά
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
pragyvenimas, užimtumas, užimtumo, darbo, užimtumą, užimtumui
απασχόληση στα λετονικά
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
iztika, nodarbinātība, nodarbinātības, nodarbinātību, darba, nodarbinātībai
απασχόληση στα σλαβομακεδονικά
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
вработување, вработувањето, за вработување, вработеноста, вработеност
απασχόληση στα ρουμανικά
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
trai, distracţie, ocuparea forței de muncă, ocupării forței de muncă, muncă, de muncă, angajare
απασχόληση στα σλοβενικά
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
zábava, zaposlovanje, zaposlitve, zaposlitev, zaposlovanja, zaposlenost
απασχόληση στα σλοβακικά
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
obživa, zábava, živobytí, bydlo, zamestnanosť, zamestnanosti, pracovné
Στατιστικά δημοτικότητας: απασχόληση
Τυχαίες λέξεις