Λέξη: κατοχή

Σχετικές λέξεις: κατοχή

κατοχή αντίσταση και απελευθέρωση, κατοχή 1941, κατοχή ναρκωτικών ποινή, κατοχή λεξικό, κατοχή στην ελλάδα, κατοχή αιτωλοακαρνανίας, κατοχή δεύτερης θέσης στο δημόσιο, κατοχή άδειας security, κατοχή στην αθήνα, κατοχή πιστοποιητικού adr

Συνώνυμα: κατοχή

κατοχή, επάγγελμα, ενασχόληση, ασχολία, κτήση, αγαθό, μίσθωση, ενοικίαση, χρόνος κατοχής

Μεταφράσεις: κατοχή

αγγλικά
occupation, possession


ισπανικά
pertenencia, propiedad, oficio, tarea, ocupación, ...

γερμανικά
beschäftigung, ballbesitz, monomanie, okkupation, tätigkeit, ...

γαλλικά
mainmise, métier, occupation, confusion, domaine, ...

ιταλικά
occupazione, possesso, lavoro, mestiere, proprietà, ...

πορτογαλικά
possuir, empreitada, possua, ter, profissão, ...

ολλανδικά
karwei, beroep, eigendomsrecht, bezetting, ambacht, ...

ρωσικά
дело, одержимость, оккупация, специальность, завладение, ...

νορβηγικά
jobb, yrke, eie, besittelse, arbeid, ...

σουηδικά
besittning, yrke, arbete, sysselsättning, jobb

φινλανδικά
ammatti, ala, hallinta, miehitys, omaisuus, ...

δανικά
job, beskæftigelse, ejendom, arbejde, stilling, ...

τσεχικά
okupace, obsazení, držba, majetek, vlastnictví, ...

πολωνικά
zajęcie, okupacja, wyznanie, zajmowanie, dobytek, ...

ουγγρικά
birtoklás, birtokában, birtokolta, labdabirtoklási, birtoklása

τούρκικα
iş, meşguliyet, görev, mal, meslek

ουκρανικά
окупація, діяльність, заволодіння, володіння, фах, ...

αλβανικά
zotërim, posedim, pronë, posedimi, posedimin

βουλγαρικά
занятие, заемане, владение, занимание

λευκορωσικά
валоданне, валоданьне, ўладанне, уладанне, на валоданьне

εσθονικά
amet, tegevusala, valdamine, omandus

κροατικά
vlasništvo, zauzeće, zaposjedanje, profesija, imanje, ...

ισλανδικά
eignar, eign, fórum, til eignar, meira með boltann

λατινικά
possessio, negotium

λιθουανικά
profesija, verslas, tarnyba, darbas

λετονικά
darbs, nodarbošanās

σλαβομακεδονικά
сопственост, поседување, поседувањето, владение, поседува

ρουμανικά
ocupaţie

σλοβενικά
posest, posedovanje, posedovanjem, posedovanju, posedovanja

σλοβακικά
povolanie, zamestnaní

Στατιστικά δημοτικότητας: κατοχή

Τυχαίες λέξεις