Λέξη: βαθμός

Σχετικές λέξεις: βαθμός

βαθμός τεστ δεξιοτήτων, βαθμός ελευθερίας, βαθμός πρόσβασης, βαθμός πολυωνύμου, βαθμός ε μκ2, βαθμός προαγωγής και απόλυσης, βαθμός ελευθερίας στατιστική, βαθμός απόδοσης λέβητα, βαθμός πτυχίου, βαθμός ενεργειακής απόδοσης (eer)

Συνώνυμα: βαθμός

βαθμός, πτυχίο, κοινωνική θέση, βαθμός συγκρίσεως, δίπλωμα, μοίρα, τάξη, βαθμολογία, τιμή, αξία, κόστος, αναλογία, σημάδι, σημείο, μάρκο, σημαντήρας, στόχος, παραγγελία, προσταγή, σύστημα, κανόνας, πίσσα, παροξυσμός, ύψος, τόνος, βαθμός εντάσεως, γραμμή, σειρά, κλάση, πυκνή βλάστηση

Μεταφράσεις: βαθμός

αγγλικά
mark, extent, degree, rank


ισπανικά
hilera, señal, marca, nivel, rango, ...

γερμανικά
fleck, grad, marke, zensur, maß, ...

γαλλικά
luxuriant, marge, désignation, mesure, ampleur, ...

ιταλικά
riga, marcare, rango, cenno, ceto, ...

πορτογαλικά
sinal, fileira, grau, marcar, fila, ...

ολλανδικά
wenk, merken, rij, plan, mate, ...

ρωσικά
подметить, класс, значок, показатель, противный, ...

νορβηγικά
kjennemerke, rekke, omfang, grad, rang, ...

σουηδικά
underteckna, signera, märka, poäng, nivå, ...

φινλανδικά
piiru, arvoasema, tutkinto, merkki, ala, ...

δανικά
tegn, grad, niveau, højde, mærke, ...

τσεχικά
označkovat, označit, oznámkovat, označení, pořadí, ...

πολωνικά
oznaczyć, szereg, rozległość, mocny, poziom, ...

ουγγρικά
méret, visszaszító, illetlen, kézjegy, mérték, ...

τούρκικα
kapsam, sınıf, dizi, işaret, belirti, ...

ουκρανικά
морський, морською, становище, ступінь, морській, ...

αλβανικά
shkalla, gradë, titull

βουλγαρικά
градус

λευκορωσικά
ступень

εσθονικά
markus, hinne, aste, ulatus, järk, ...

κροατικά
obilježiti, opseg, čin, granica, stupnja, ...

ισλανδικά
einkenni, auðkenna, einkunn

λατινικά
ordo, nota, signum, macula

λιθουανικά
lygmuo, greta, pažymys, vertinti, požymis, ...

λετονικά
pazīme, ierinda, līmenis, vērtēt, novērtējums, ...

σλαβομακεδονικά
степен, диплома, степенот

ρουμανικά
întindere, semn, nivel, rând, prost, ...

σλοβενικά
označit, marka, míra, známka, marek, ...

σλοβακικά
známka, marka, krik, marek, hodnota, ...

Στατιστικά δημοτικότητας: βαθμός

Τυχαίες λέξεις