Λέξη: έρευνα

Σχετικές λέξεις: έρευνα

έρευνα πεδίου, έρευνα στο νησί των ναυαγών, έρευνα εργατικού δυναμικού, έρευνα στη γυναικεία αναπαραγωγή, έρευνα πεδίου ορισμός, έρευνα επισκόπησης, έρευνα και ανάπτυξη, έρευνα μάρκετινγκ, έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών 2013, έρευνα αγοράς, ποιοτική έρευνα, ερευνα

Συνώνυμα: έρευνα

έρευνα, μελέτη, ψάξιμο, ερώτηση, εξέταση, αίτηση πληροφορίων, αναζήτηση πελατών, εκζήτηση παραγγελιών, εκζήτηση ψήφων, ψηφοθηρία, πραγματεία, αναζήτηση, αναποδογύρισμα, έμμετρος ανάγνωση, κριτική έρευνα

Μεταφράσεις: έρευνα

αγγλικά
research, enquiry, survey, investigation, inquiry


ισπανικά
demanda, medición, investigación, reconocer, indagación, ...

γερμανικά
nachforschung, gutachten, recherche, nachfrage, forschung, ...

γαλλικά
regarder, recherchent, recherche, spéculer, fouiller, ...

ιταλικά
studio, inchiesta, informazione, indagine, ricercare, ...

πορτογαλικά
inquirir, exame, pesquisa, prova, escavar, ...

ολλανδικά
speurtocht, studie, research, nagaan, examen, ...

ρωσικά
измерять, обзор, исследование, измерение, выучить, ...

νορβηγικά
undersøkelse, granskning, forespørsel, overblikk, forskning

σουηδικά
forskning, utredning, översikt, överblick, förfrågan

φινλανδικά
katsella, selvitys, harkita, kysely, tutkinta, ...

δανικά
undersøge, forespørgsel, undersøgelse, forskning, spørgsmål

τσεχικά
vyhledávání, dotaz, anketa, poptávka, průzkum, ...

πολωνικά
dociekanie, przyglądać, inspekcja, rozpatrywanie, pomiar, ...

ουγγρικά
áttanulmányozás, elmélyedés, földmérés, tanulmányozás, tudakozódás

τούρκικα
inceleme, araştırma

ουκρανικά
вивчити, дослідження, рятівний, вивчати, допитливо, ...

αλβανικά
gjurmim

βουλγαρικά
обзор, изследване, справка, проучване

λευκορωσικά
глядзець

εσθονικά
juurdlus, teadustöö, mõõdistus, uurimine, vaatlus, ...

κροατικά
upit, nadzor, proučavanje, istraživanje, zahtjev, ...

ισλανδικά
fyrirspurn

λατινικά
perlustro

λιθουανικά
problema, klausimas

λετονικά
jautājums, pētniecība, problēma

σλαβομακεδονικά
истражување, истражувања, истражувањето, истражувачки, за истражување

ρουμανικά
studiu, cercetare, întrebare

σλοβενικά
plán

σλοβακικά
dozor, plán, dotaz, výskum

Στατιστικά δημοτικότητας: έρευνα

Τυχαίες λέξεις