Λέξη: διαγωνιζόμενος

Μεταφράσεις: διαγωνιζόμενος

αγγλικά
competitor, contestant


ισπανικά
rival, competidor

γερμανικά
wettbewerber, mitbewerber, konkurrent, gegner, gegenspieler

γαλλικά
concurrent, participant, rival, combattant, compétiteur

ιταλικά
concorrente, rivale, competitore

πορτογαλικά
competidor

ολλανδικά
concurrent, mededinger, rivaal

ρωσικά
конкурент, соперник, противник

νορβηγικά
konkurrent

σουηδικά
konkurrent

φινλανδικά
kilpailija, haastaja

δανικά
deltager, kæmper, deltageren, konkurrencedeltager

τσεχικά
konkurent, soupeř, závodník, účastník, spoluuchazeč

πολωνικά
rywal, uczestnik, współzawodnik, konkurent, zawodnik

ουγγρικά
konkurens, versenytárs

τούρκικα
rakip

ουκρανικά
суперник, супротивник, змагання, противник, конкурент

αλβανικά
pjesëmarrës në garë, garë, në garë, Kandidatet, e konkursit

βουλγαρικά
противник

λευκορωσικά
супернік, сапернік

εσθονικά
konkurent, kandidaat, võistleja, vaidlustaja

κροατικά
natjecatelj, suparnik

ισλανδικά
keppandi, keppandinn, keppanda, keppenda, keppendur

λιθουανικά
konkurentas, varžovas

λετονικά
sāncensis, disidents, konkurents

σλαβομακεδονικά
дисидент

ρουμανικά
concurent

σλοβενικά
konkurent

σλοβακικά
sok, konkurent

Τυχαίες λέξεις