Λέξη: διαπεραστικός

Συνώνυμα: διαπεραστικός

διαπεραστικός, διάτορος, οξύς, διαχυτικός, διαβρωτικός, διαπερατός, διαχωρητικός

Μεταφράσεις: διαπεραστικός

αγγλικά
shrill, piercing


ισπανικά
penetrante, chillón

γερμανικά
stechend, gell, durchbohrend, schrill, schneidend

γαλλικά
affilé, perçage, strident, acéré, pénétrant, ...

ιταλικά
acuto, stridulo

πορτογαλικά
agudo, chuveiro

ολλανδικά
schril, schelklinkend, scherp, snerpend, snibbig, ...

ρωσικά
прокол, назойливый, остроконечный, визгливый, зычный, ...

νορβηγικά
skingrende, skjærende, gjennomtrengende, shrill, lykkelig kommentator kommer

σουηδικά
gäll, gällt, skärande, shrill, genomträngande

φινλανδικά
läpitunkeva, korviavihlova, kirkuva, kimeä, terävä-ääninen, ...

δανικά
skingrende, skinger, skingre, skærende, skingert

τσεχικά
ostrý, děrování, probíjení, zaječení, pronikavý, ...

πολωνικά
przedziurawianie, wrzaskliwy, ostry, dziurkowanie, przenikliwy, ...

ουγγρικά
visító

τούρκικα
keskin

ουκρανικά
отвір, проникливий, пронизливий, укол, буріння, ...

αλβανικά
i mprehtë, mprehtë, e mprehtë, vikatje, vikat

βουλγαρικά
писклив, пронизителен, остър, пронизително, рязък

λευκορωσικά
пранізлівы, прарэзлівы, пранізьлівы, пранізлівае, пранізліва

εσθονικά
kime, puuriv, kriise, kriiskav, läbilõikav

κροατικά
pištati, oštar, piskati, prodiranje, strašan, ...

ισλανδικά
shrill

λατινικά
penetrabilis

λιθουανικά
veriamas, nuskambėti, rėksmingas, aštrus, spiegiamas

λετονικά
uzmācīgs, spalgs, griezīgs, spalgi kliegt

σλαβομακεδονικά
писклив, на неверојатно остар, неверојатно остар, слушна силна

ρουμανικά
strident, ascuțit, shrill, ascuțită, ascutit

σλοβενικά
rezek, predirljiv, Prodoran, Vrištati, Piskav

σλοβακικά
ostrý

Τυχαίες λέξεις