Ρέλι στα πορτογαλικά

Μετάφραση: ρέλι, Λεξικό: ελληνικά » πορτογαλικά

limite, margem, raiar, fronteira, bainha, fronteiras, abeirar, beira, borda
ρέλι στα πορτογαλικά

Πρόσθετες μεταφράσεις

corda salva-vidas, salvação, linha de vida, tábua de salvação, lifeline

Σχετικές λέξεις

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

ρέλι λεξικό γλώσσας πορτογαλικά, το ρέλι, ρέλι τι είναι, λοξό ρέλι, ρέλι στα πορτογαλικά

Μεταφράσεις

ορεκτικός στα πορτογαλικά - apetitoso, appetizing, alimento appetizing, apetitosos, apetitosa
ράτσα στα πορτογαλικά - procriar, raça, criar, reproduzir, produzir, estirpe, corrida, casta, ...
ράφι στα πορτογαλικά - prateleira, estante, plataforma, útil, de prateleira, tábua, lençol, ...
ρέψιμο στα πορτογαλικά - arrotos, arrotando, arrotar, arroto, arrota
ρέω στα πορτογαλικά - fluir, fluxo, fluem, de fluxo, flua, riacho, raia, ...

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Ρέλι στα πορτογαλικά - Λεξικό: ελληνικά » πορτογαλικά
Μεταφράσεις: limite, margem, raiar, fronteira, bainha, fronteiras, abeirar, beira, borda, corda salva-vidas, salvação, linha de vida, tábua de salvação, lifeline