Λέξη: ρέλι

Σχετικές λέξεις: ρέλι

το ρέλι, ρέλι τι είναι, λοξό ρέλι

Μεταφράσεις: ρέλι

αγγλικά
hem, border


ισπανικά
orilla, frontera, dobladillo, fronterizo, lindar, ...

γερμανικά
rand, einfassung, kante, angrenzen, stoßkante, ...

γαλλικά
ourlet, bord, passement, encadrer, border, ...

ιταλικά
frontiera, bordo, ciglione, sponda, limitrofo, ...

πορτογαλικά
limite, margem, raiar, fronteira, bainha, ...

ολλανδικά
oever, waterkant, zoom, landsgrens, kant, ...

ρωσικά
покашливать, подол, грань, фриз, каемка, ...

νορβηγικά
rand, grense, kant, søm

σουηδικά
rand, marginal, fåll, kant, gräns, ...

φινλανδικά
rajata, lieve, päärme, särmä, hameenhelma, ...

δανικά
margen, bred, grænse, kant

τσεχικά
lemovat, lemování, pohraniční, lem, obroubit, ...

πολωνικά
bramować, skraj, pochrząkiwać, graniczyć, obrzeże, ...

ουγγρικά
korc

τούρκικα
kenar

ουκρανικά
лямівка, межа, кайма, кордон, кромка, ...

αλβανικά
bordurë

βουλγαρικά
граница

λευκορωσικά
абза

εσθονικά
piirnema, hõlm, serv, palistus, ääris, ...

κροατικά
krajina, granice, rub, porub, kraj, ...

ισλανδικά
jaðar, brydda

λατινικά
ora, terminus

λιθουανικά
riba, siena, kraštas, paraštė

λετονικά
mala

σλαβομακεδονικά
спас, крвоток, за спас, маршрута, животна линија

ρουμανικά
hotar, graniţă, margine

σλοβενικά
okraj, lem

σλοβακικά
lem, hranice, okraj, pohraniční

Τυχαίες λέξεις