Λέξη: επιτακτικός

Σχετικές λέξεις: επιτακτικός

απαιτητικός συνωνυμο, επικριτικός λεξικο, επιτακτικός συνώνυμα, επιτακτικός ετυμολογία, απαιτητικός αγγλικά, επικριτικός ορισμός

Συνώνυμα: επιτακτικός

προστακτικός, αυταρχικός, αυθαίρετος, οριστικός, ανένδοτος, επίσημος, εξουσιαστικός, αυθεντικός

Μεταφράσεις: επιτακτικός

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
intensive, imperious, mandatory, authoritative, imperative, peremptory, overriding
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
imperioso, intenso, intensivo, autoritario, autorizado, autorizada, autoridad, autoritaria
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
herrisch, gebieterisch, befehlend, obligatorisch, intensiv, befehlshaberisch, zwingend, listen, bevollmächtigte, maßgebend, ...
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
mandataire, intensif, autoritaire, intense, obligatoire, impérieux, autorisé, autorité, faisant autorité, foi
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
imperioso, intensivo, obbligatorio, intenso, autorevole, autorevoli, autoritario, autoritaria, autorevolezza
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
forte, intensivo, intenso, oficial, autorizado, competente, autoritário, autoritativo
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
sterk, intens, fel, intensief, gezaghebbend, gezaghebbende, toonaangevende, autoriteit, gezag
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
принудительный, мандатный, усилительный, насущный, интенсивный, накаленный, бдительный, внимательный, императивный, повелительный, ...
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
obligatorisk, autoritativ, autoritative, autoritativt, gyldighet, myndig
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
intensiv, obligatorisk, auktoritativa, auktoritativ, auktoritativt, officiell, auktoritära
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
leuhka, käsketty, pakollinen, silmitön, nokkava, hurja, ylenkatseellinen, määrätty, kopea, pöyhkeä, ...
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
autoritativ, autoritative, autoritativt, gyldighed, officiel
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
závazný, usilovný, panovačný, intenzívní, povinný, silný, velitelský, autoritativní, směrodatné, autoritativního, ...
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
władczy, forsowny, intensywny, naglący, obowiązkowy, obligatoryjny, intensywnie, mandatowy, autorytatywny, miarodajny, ...
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
meghagyó, irányadó, hiteles, mérvadó, hatósági, tekintélyes
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
yetkili, otoriter, yetkin, yetkili bir, yetkilendirmeli
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
глибочінь, імперіалістичний, мандати, обов'язково, сила, енергія, напруженість, глибина, авторитетний, авторитетна, ...
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
autoritar, me autoritet, autoritative, autoritativ, autoritare
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
авторитетен, авторитетни, авторитетно, авторитетна, авторитетното
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
аўтарытэтны, аўтарытэтная, аўтарытэтную
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
kõrk, kohustuslik, pingeline, alraun, käskiv, intensiivne, autoriteetne, autoriteetse, autentsed, autoriteetsed, ...
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
zapovijedan, punomoćni, zapovjednički, snažan, prinudan, obavezan, žestok, intenzivnoj, intenzivne, obaveznog, ...
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
opinber, viðurkennd
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
autoritetingas, autoritetingų, galią, autoritetinga, autoritetingą
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
autoritatīvs, autoritatīvu, autentiski, autoritatīva, autoritatīvi
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
авторитетен, авторитетни, авторитативен, авторитативни, авторитативна
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
intensiv, obligatoriu, autoritar, autoritate, de autoritate, cu autoritate, autoritară
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
mandátní, intenzívní, intenzivní, avtoritativen, avtoritativni, avtoritativno, avtoritativna, avtoritativne
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
povinný, intenzívni, panovačný, usilovný, autoritatívne, autoritatívny, autoritatívnej, autoritatívnu, autoritatívna
Τυχαίες λέξεις