Λέξη: ευπροσήγορος

Σχετικές λέξεις: ευπροσήγορος

ευπροσήγορος λεξικο, ευπροσήγορος ετυμολογία, ευπροσήγοροσ τι σημαινει, ευπροσήγορος προταση

Συνώνυμα: ευπροσήγορος

εύκολος, ευπροσήγορος

Μεταφράσεις: ευπροσήγορος

αγγλικά
civil, approachable, courteous


ισπανικά
abordable, atento, accesible, civil, comedido, ...

γερμανικά
höflich, bürgerlich, zivil, zugänglich

γαλλικά
approchable, civique, accort, honnête, bourgeois, ...

ιταλικά
civico, abbordabile, educato, civile

πορτογαλικά
civil

ολλανδικά
galant, welgemanierd, civiel, wellevend, beschaafd, ...

ρωσικά
вежливый, цивилизованный, обходительный, любезный, галантный, ...

νορβηγικά
høflig, sivil, borgerlig

σουηδικά
civil, artig

φινλανδικά
hyvätapainen, kansalais-, kohtelias, siviili, yhteiskunnallinen

δανικά
høflig, borgerlig

τσεχικά
občanský, přístupný, dvorný, dostupný, zdvořilý, ...

πολωνικά
dostępny, miejski, uprzejmy, przystępny, kurtuazyjny, ...

ουγγρικά
civilizált, polgári

τούρκικα
kibar, nazik, sivil

ουκρανικά
досяжний, ґречний, чемний, чиновник, цивільний, ...

αλβανικά
i shkathët, i lehtë, rrjedhshëm, shkathët, cekët

βουλγαρικά
гражданския

λευκορωσικά
лёгкі, лёгкая

εσθονικά
ligipääsetav, viisakas, peenekombeline

κροατικά
učtiv, civilan, civilne, civilni, građanski, ...

ισλανδικά
facile

λατινικά
civilis, comis

λιθουανικά
paviršutiniškas, facile, lengvai pasiekiamas, Ustępliwy, laisvai kuriantis

λετονικά
viegls, pārsteidzīgi, facile, saticīgs

σλαβομακεδονικά
Површните, лесен, податливи, сговорчив

ρουμανικά
civil

σλοβενικά
civilní

σλοβακικά
dvorný, civilní

Τυχαίες λέξεις