Λέξη: κρύβω

Σχετικές λέξεις: κρύβω

κρύβω ονειροκρίτης, κρύβω συνώνυμα, κρύβω τον πόνο, κρύβω στα αγγλικα, κρύβω στα ισπανικά

Συνώνυμα: κρύβω

κρύπτω, τρυπώνω, κρύπτομαι, κρύβω, συγκαλύπτω, υποκρύπτω, αποκρύπτω, προφυλάσσω, σκεπώ, δίδω άσυλο, σκεπάζω, καλύπτω

Μεταφράσεις: κρύβω

αγγλικά
obscure, hide, conceal


ισπανικά
encubrir, esconder, oscurecer, tapar, vago, ...

γερμανικά
verstecken, dunkel, unverständlich, undeutlich, verbergen, ...

γαλλικά
obscur, couvrir, abstrus, vague, ensevelir, ...

ιταλικά
ermetico, cuoio, indistinto, cute, oscuro, ...

πορτογαλικά
recatar, obscuro, encobrir, agachar, esconda, ...

ολλανδικά
pels, verbergen, geheimhouden, ontveinzen, onbekend, ...

ρωσικά
редуцировать, скрадывать, скрывать, припрятывать, неброский, ...

νορβηγικά
uklar, uforståelig, mørk, hud, skinn, ...

σουηδικά
lock, hud, dölja, skinn, otydlig, ...

φινλανδικά
hämärä, sekoittaa, epäselvä, piillä, hämäräperäinen, ...

δανικά
skjule, skind

τσεχικά
vágní, ukrývat, zamlčet, zahrabat, schovávat, ...

πολωνικά
ciemny, skóra, ukryć, zamelinować, ukrywanie, ...

ουγγρικά
elrejt, elrejtése, elrejteni, elrejtéséhez, elrejtse

τούρκικα
deri, belirsiz, saklamak, karanlık, anlaşılmaz, ...

ουκρανικά
захований, приховайте, маскувати, похмурий, заховувати, ...

αλβανικά
fsheh, mbuloj

βουλγαρικά
крия, скрие, скриете, се скрие, скрият

λευκορωσικά
хаваць, хваля, скура

εσθονικά
peidukoht, segane, peitma

κροατικά
mrak, sakriti, kriti, nejasan, neshvatljiv, ...

ισλανδικά
byrgja, fela, dylja, hylja

λατινικά
abdo, celo

λιθουανικά
slėptis, slėpti

λετονικά
āda, paslēpt, paslēpties

σλαβομακεδονικά
скрие, се скрие, сокријат, кријат, скриете

ρουμανικά
neclar, ascunde, piele, acoperi

σλοβενικά
temen, tajit, skriti

σλοβακικά
tmavý, schovať, skryť

Τυχαίες λέξεις