Λέξη: λογιστής

Σχετικές λέξεις: λογιστής

λογιστής e-έντυπα, λογιστής φοροτεχνικός γ' τάξης, λογιστής σε πλοίο, λογιστής online, λογιστής περιοδικό, λογιστής α τάξης, λογιστής θεσσαλονίκη, λογιστής φοροτέχνης, λογιστής στα αγγλικά, λογιστής β τάξης

Συνώνυμα: λογιστής

λογιστής, καταστιχογράφος, υπολογιστής

Μεταφράσεις: λογιστής

αγγλικά
accountant


ισπανικά
contable, contador

γερμανικά
buchhalter, buchhalterin, rechnungsprüfer, bilanzbuchhalter, buchführer

γαλλικά
comptable

ιταλικά
ragioniere, contabile

πορτογαλικά
contabilista

ολλανδικά
boekhoudkundige, boekhouder, accountant

ρωσικά
счетовод, бухгалтер, ответчик

νορβηγικά
bokholder, regnskapsfører

σουηδικά
revisor, revisorn, Accountant, redovisnings, bokförare

φινλανδικά
tilintarkastaja, kirjanpitäjä

δανικά
regnskabsfører, bogholder, revisor

τσεχικά
účetní

πολωνικά
bilansista, kontroler, rachmistrz, buchalter, księgowa

ουγγρικά
revizor

τούρκικα
muhasebeci, muhasebe, muhasebecisi, bir muhasebeci

ουκρανικά
відповідач, бухгалтер, рахівник

αλβανικά
llogaritar, kontabilist, kontabilisti, kontabilist i, llogaritari

βουλγαρικά
счетоводител, счетоводителя, счетоводители

λευκορωσικά
бухгалтар, бухгалтарка, бухгалтер, бухгальтар

εσθονικά
arveametnik, raamatupidaja

κροατικά
računovodstvo, knjigovodstvo

ισλανδικά
reikningsmaður

λιθουανικά
buhalteris, sąskaitininkas

λετονικά
grāmatvedis

σλαβομακεδονικά
сметководител, сметководителот, сметководители

ρουμανικά
contabil

σλοβενικά
knjigovodja, računovodja, računovodkinja

σλοβακικά
účtovník

Στατιστικά δημοτικότητας: λογιστής

Τυχαίες λέξεις