Λέξη: συναλλαγή
Σχετικές λέξεις: συναλλαγή
συναλλαγή με μετρητά, συναλλαγή ορισμός, συναλλαγή english, ενδοκοινοτική συναλλαγή, τριγωνική συναλλαγή, συναλλαγή μετάφραση, συναλλαγή αντώνυμο, συναλλαγή συνώνυμο, συναλλαγή otc, συναλλαγή στα αγγλικά
Συνώνυμα: συναλλαγή
σχέσεις, δοσοληψίες, σχέση, παρτίδα, ανταλλαγή, πράξη, διεξαγωγή, αγοραπωλησία, δοσοληψία, συνδιαλλαγή
Μεταφράσεις: συναλλαγή
συναλλαγή στα αγγλικά
Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
transaction, transaction is, a transaction, transactions, trade
συναλλαγή στα ισπανικά
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
transacción, operación, transacciones, de transacción, transacción de
συναλλαγή στα γερμανικά
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
transaktion, durchführung, tätigung, abwicklung, geschäft, erledigung, Geschäft, Transaktion, Transaktions, Transaktionen
συναλλαγή στα γαλλικά
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
transaction, opération, transactions, la transaction, opérations
συναλλαγή στα ιταλικά
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
transazione, operazione, dell'operazione, transazioni, un'operazione
συναλλαγή στα πορτογαλικά
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
transação, transacção, transações, de transação, de transações
συναλλαγή στα ολλανδικά
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
transactie, verrichting, transacties, transactiekosten, handeling
συναλλαγή στα ρωσικά
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
сделка, трансакция, дело, соглашение, операция, запрос, сделки, транзакций, транзакция, транзакции
συναλλαγή στα νορβηγικά
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
transaksjonen, transaksjon, transaksjons, transaksjoner, kjøp
συναλλαγή στα σουηδικά
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
transaktion, transaktionen, transaktions, transaktioner
συναλλαγή στα φινλανδικά
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
toimi, liiketoimi, tilitapahtuma, kauppa, liiketoimen, Kaupan, tapahtuman
συναλλαγή στα δανικά
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
transaktion, transaktionen, transaktioner
συναλλαγή στα τσεχικά
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
dohoda, transakce, transakcí, transakci, operace, plnění
συναλλαγή στα πολωνικά
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
transakcja, transakcji, transakcja na, transakcjami, transakcję
συναλλαγή στα ουγγρικά
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
megkötés, tranzakció, ügylet, tranzakciós, ügyleti, tranzakciót
συναλλαγή στα τούρκικα
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
işlem, işlemin, İşleminizin, işlemleri, işlemlerinin
συναλλαγή στα ουκρανικά
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
діло, операція, справа, угода, протоколи, справу, правочин, угоду, оборудка
συναλλαγή στα αλβανικά
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
transaksion, transaksioni, transaksionit, e transaksionit, transaksion i
συναλλαγή στα βουλγαρικά
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
сделка, транзакция, операция, сделката, операциите
συναλλαγή στα λευκορωσικά
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
здзелка, ўгода, пагадненне, угода, зьдзелка
συναλλαγή στα εσθονικά
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
tehing, kanne, tehingu, tehingute, tehingut, tehinguga
συναλλαγή στα κροατικά
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
promjena, ugovaranje, stavka, transakcija, transakcije, transakciju, transakciji, posao
συναλλαγή στα ισλανδικά
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
viðskipti, Viðskiptin, viðskipta, Kaupin, færslu
συναλλαγή στα λιθουανικά
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
sandoris, sandorio, sandorių, sandorį, operacija
συναλλαγή στα λετονικά
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
darījums, darījumu, darījuma
συναλλαγή στα σλαβομακεδονικά
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
трансакција, трансакцијата, трансакции, трансакциските, трансакциска
συναλλαγή στα ρουμανικά
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
tranzacţie, tranzacție, tranzacții, tranzacției, tranzactie, operațiune
συναλλαγή στα σλοβενικά
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
posel, transakcija, transakcije, transakcij, transakcijo
συναλλαγή στα σλοβακικά
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
transakcia, transakcie, transakcií, operácie, obchody
Τυχαίες λέξεις