Λέξη: μεταμόσχευση

Σχετικές λέξεις: μεταμόσχευση

μεταμόσχευση εγκεφάλου, μεταμόσχευση κρανιου, μεταμόσχευση μαλλιών τιμές, μεταμόσχευση καρδιάς, μεταμόσχευση μαλλιών, μεταμόσχευση προσώπου, μεταμόσχευση ήπατος, μεταμόσχευση συκωτιού, μεταμόσχευση οργάνων, μεταμόσχευση μυελού των οστών

Συνώνυμα: μεταμόσχευση

μεταμόσχευση

Μεταφράσεις: μεταμόσχευση

αγγλικά
transplant


ισπανικά
transplantar, trasplantar

γερμανικά
transplantation, transplantieren

γαλλικά
replanter, repiquer, rencaisser, porter, reporter, ...

ιταλικά
trapiantare, trapianto

πορτογαλικά
transplante, transplante de, de transplante, o transplante, do transplante

ολλανδικά
transplantatie, transplantaat, transplantatiepatiënten, de transplantatie, transplantaatafstoting

ρωσικά
переселять, пересаживать, переселяться, трансплантировать, делать

νορβηγικά
transplantasjon

σουηδικά
transplantation, transplantations, transplantationen, transplantat

φινλανδικά
siirto, koulia, siirtää

δανικά
transplantation, transplantationen, transplantat, transplantatafstødning, transplantatet

τσεχικά
přesazovat, přesadit, přenést, transplantace, přestěhovat

πολωνικά
przenosić, przeszczepiać, przesadzać, przeszczepić, przeflancować

ουγγρικά
transzplantáció, transzplantációs, transzplantációt, transzplantátum, transzplantált

τούρκικα
nakli, transplant, nakil, transplantasyon, transplantasyonu

ουκρανικά
переселяти, переселятися, пересаджувати

αλβανικά
mbëltoj, transplantoj, transplantin, transplantin e, transplant

βουλγαρικά
трансплантация, трансплант, трансплантацията, трансплантация на, трансплантат

λευκορωσικά
перасадка

εσθονικά
siirdama

κροατικά
presaditi

ισλανδικά
líffæraígræðslu, ígræðslu, grætt, ígræðsla, ígrædds

λιθουανικά
persodinimas, persodinti, transplantacijos, persodinimo, transplantacija

λετονικά
pārstādīt, transplantācijas, transplantācija, transplantātu, transplantāciju

σλαβομακεδονικά
трансплантација, трансплантацијата, трансплант, за трансплантација, трансплантација на

ρουμανικά
transplant, transplant de, de transplant, transplantului, de transplant de

σλοβενικά
transplant, presaditev, presaditvi, transplantata, presaditev in

σλοβακικά
transplantácia, transplantácie, transplantáciu, transplantácii, transplantácií

Στατιστικά δημοτικότητας: μεταμόσχευση

Τυχαίες λέξεις