Λέξη: χωρίζω

Σχετικές λέξεις: χωρίζω

χωρίζω ή όχι, χωρίζω το κείμενο σε παραγράφους, χωρίζω τις λέξεις σε συλλαβές, χωρίζω στα ιταλικα, χωρίζω γνωστούς από αγνώστους, χωρίζω συνώνυμα, χωρίζω τα τσανάκια μου, χωρίζω λέξεις σε συλλαβές, ορίζω συνώνυμο, χωρίζω ζαζόπουλος στίχοι

Συνώνυμα: χωρίζω

μοιράζω, χωρίζω, διανέμω, διαιρώ, διχάζω, ξεχωρίζω, διαχωρίζω, διαχωρίζομαι, σχίζω, χωρίζομαι, κατάσχω, απομονώ, θέτω κατά μέρος, διαζευγνύω, κόβω, αποκόπτω, διακόπτω, στρωματίζω

Μεταφράσεις: χωρίζω

αγγλικά
part, divide, separate


ισπανικά
porción, papel, dividir, desunir, escindir, ...

γερμανικά
kontribution, abteilung, sortieren, teils, unterscheiden, ...

γαλλικά
séparer, départir, écot, individuel, démembrer, ...

ιταλικά
separato, contributo, funzione, ruolo, separare, ...

πορτογαλικά
região, fender, parte, dividir, desprover, ...

ολλανδικά
afscheiden, stuk, divisie, scheiden, delen, ...

ρωσικά
участие, индивидуальный, распределять, отделить, развести, ...

νορβηγικά
dele, andel, skille, part, særskilt, ...

σουηδικά
dela, part, skilja, del

φινλανδικά
hajaantua, osuus, irrottaa, eri, kolkka, ...

δανικά
division, dele, rolle, del, skille, ...

τσεχικά
součást, úloha, dělit, rozštěpit, samostatný, ...

πολωνικά
rozstawać, rozwidlać, odłączyć, odrębny, dwoić, ...

ουγγρικά
önálló, vízválasztó

τούρκικα
ayrı, ayırmak, daire, kısım, bölüm, ...

ουκρανικά
розділитися, розділяти, конати, розділити, відділяти, ...

αλβανικά
ndaj, pjesë

βουλγαρικά
разделение

λευκορωσικά
разлучаць

εσθονικά
eraldi, lahkuma, jagama, eralduma, osa, ...

κροατικά
dijelom, podvojiti, odijeljen, produkt, podijeliti, ...

ισλανδικά
skilja, aðgreina, deila, partur, kafli, ...

λατινικά
partis, pars

λιθουανικά
atskiras, skirtingas, įnašas, dalis, skyrius, ...

λετονικά
atdalīts, atšķirt, divīzija, daļa, atsevišķs, ...

σλαβομακεδονικά
Sunder

ρουμανικά
divizie, separat, regiune, parte, contribuţie, ...

σλοβενικά
del, část

σλοβακικά
deliť, rozdeliť, vydeliť, oddeliť, rozdeľovať

Τυχαίες λέξεις