Λέξη: σκοτώνω

Σχετικές λέξεις: σκοτώνω

όνειρο σκοτώνω, σκοτώνω δάντης στίχοι, σκοτώνω συνώνυμα, σκοτώνω δάντης, σκοτώνω ονειροκρίτης, σκοτώνω ετυμολογία, σκοτώνω δάντης lyrics, σκοτώνω στα ιταλικα, σκοτώνω σου λέω για χάρη του έρωτά μας, σκοτώνω συνώνυμο

Συνώνυμα: σκοτώνω

σκοτώνω, φονεύω, σφάζω, καταστρέφω, θανατώνω, εξουδετερώνω

Μεταφράσεις: σκοτώνω

αγγλικά
kill, murder


ισπανικά
matar, asesinar, asesinato, homicidio

γερμανικά
umbringen, meucheln, ermordung, mord, ermorden, ...

γαλλικά
détériorer, assassinat, massacrer, homicide, égorger, ...

ιταλικά
assassinio, ammazzare, assassinare, omicidio, uccidere

πορτογαλικά
assassinato, matar, assassinar, rim, matança, ...

ολλανδικά
ombrengen, doden, slachten, vermoorden, moorden, ...

ρωσικά
вбивать, заедать, прирезать, вбить, заколоть, ...

νορβηγικά
myrde, drap, drepe, mord

σουηδικά
mörda, avliva, mord, döda

φινλανδικά
kulauttaa, surmata, henkirikos, kaataa, tappaa, ...

δανικά
mord, dræbe, ødelægge

τσεχικά
ubít, zavraždit, vraždit, vražda, zabít, ...

πολωνικά
zgładzić, uśmiercać, zabijać, zabójstwo, kaleczyć, ...

ουγγρικά
gyilkosság

τούρκικα
cinayet, öldürmek

ουκρανικά
барило, фрески

αλβανικά
vdes gazit, vras, mbysin, të vritet nga, të vritet

βουλγαρικά
убийство

λευκορωσικά
забіваць

εσθονικά
tapma, mõrvama, mõrv

κροατικά
umorstvo, ubiju, ubojstvo, lov, ubijanje, ...

ισλανδικά
drepa

λιθουανικά
galabinti, užmušti, zabijaliscie, Noslepkavot, nužudys

λετονικά
iznīcināt, nogalināt, nonāvēt, noslepkavot

σλαβομακεδονικά
Убиј, заколи, убие, ќе убие

ρουμανικά
ucide, crimă, omor

σλοβενικά
zabijte, zastrelit, zabít

σλοβακικά
vraždiť, zabiť, vražda

Τυχαίες λέξεις