Λέξη: νεαρός

Σχετικές λέξεις: νεαρός

νεαρός σκότωσε τη φίλη του στο κέντρο της αθήνας, νεαρός στριφογυρίζει ...γάτα στον αέρα από την ουρά, νεαρός τσαπουρνάκος, νεαρός πήδηξε από τον βράχο της ακρόπολης, νεαρός χορεύει το «ζεϊμπέκικο της ευδοκίας» σε αναπηρικό αμαξίδιο, νεαρός κύπριος είδε τη μάνα του σε τσόvτα, νεαρός ηθοποιός, νεαρός δημοτικός σύμβουλος επανέφερε στην τάξη τον γρηγόρη βαλλιανάτο, νεαρός άνδρας σκοτώθηκε πέφτοντας από τον βράχο της ακρόπολης, νεαρός άντρας έπιασε ζωντανή νεραίδα-δειτε το video

Συνώνυμα: νεαρός

νέος, νεάζων, νεανικός

Μεταφράσεις: νεαρός

νεαρός στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
youngster, budding, youth, young, young man, a young

νεαρός στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
chiquillo, adolescencia, juventud, joven, niño, jóvenes, joven y, joven que, joven de

νεαρός στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
jugendzeit, bursche, jüngling, junge, kind, jung, jungen, junger, junges

νεαρός στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
jouvence, garçon, gars, gamin, gosse, jeunesse, bambin, naissant, bourgeonnement, môme, enfant, adolescent, jeune, jouvenceau, jeunes, les jeunes

νεαρός στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
bambina, ragazzo, adolescenza, giovinezza, gioventù, giovane, bambino, giovani, giovane e, piccolo

νεαρός στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
criança, jovem, rapaz, jovens, o, novo, juventude, moço, infância, nova, Mulher

νεαρός στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
jeugdigheid, jongeling, borst, kind, jongere, jongeheer, jong, jeugd, jonge, jongeren, wijfje, de jonge

νεαρός στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
крепыш, юность, подросток, молодь, мальчик, юноша, новобрачная, гардемарин, окулировка, младость, юношество, парень, молодежь, многообещающий, юнец, молодёжь, молодой, молодая, молодые, молодых, молодого

νεαρός στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
ungdom, ung, unge, små, ungt

νεαρός στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
unge, barn, ungdom, yngling, ung, unga, ungt

νεαρός στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
nuoruus, lapsi, poika, nuoret, nuorukainen, orastava, nuoriso, nuori, kundi, nuorten, nuori ja, nuoria

νεαρός στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
mindreårig, barn, ungdom, ung, unge, ungt

νεαρός στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
dorost, dítě, mládenec, mladost, chlapec, děcko, mladík, hoch, mladistvý, junák, pučení, jinoch, mladický, mládež, mladý, mladí, mladá, younge, mladé

νεαρός στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
młokos, pączkowanie, dziecko, okulizacja, chłopak, wyrostek, młodość, rozkwitanie, nastolatek, okulizowanie, zarodkowanie, odzienie, młodzieniec, maleńkość, malec, młodzież, młody, młoda, młodych, young

νεαρός στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
ifjúkor, ifjonc, ifjú, bimbózó, fiatal, fiatalok, a fiatal

νεαρός στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
çocuk, gençlik, genç, genç bir, küçük, gençler

νεαρός στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
безпосередньо, смачний, дитина, окуліровка, себе, молодий, молодої, молода, молодою, молодій

νεαρός στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
rini, i ri, ri, rinj, re, e re

νεαρός στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
юноша, младост, млад, млада, младия, младата, младият

νεαρός στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
малады, маладой, молодой

νεαρός στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
tärkav, noorus, lootustandev, noorsugu, nooruk, noor, noorte, noored, noortele, noori

νεαρός στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
mladeži, mladež, mladi, mladić, mladost, dječak, mladih, mlad, mlada, mlade

νεαρός στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
bernska, ung, ungur, unga, ungt, ungi

νεαρός στα λατινικά

Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
adulescentia, iuventus

νεαρός στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
vaikas, nepilnametis, jaunystė, jaunuolis, jaunimas, paauglys, jaunas, jauna, jauni, jaunų, young

νεαρός στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
bērns, nepilngadīgais, jaunība, jauneklis, jaunatne, jauns, jauniešu, jauni, jauniešiem, jaunais

νεαρός στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
млади, младите, младиот, млад, млада

νεαρός στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
copil, tinereţe, tineret, tineri, tânăr, tânără, tinere, tanara

νεαρός στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
mladík, mládež, mladí, mládí, mladi, mlada, mlade, mlad, mlado

νεαρός στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
mladí, pučení, janoch, mladík, mládež, mládenec, mladý, young

Στατιστικά δημοτικότητας: νεαρός

Τυχαίες λέξεις