Λέξη: πλημμύρες

Σχετικές λέξεις: πλημμύρες

πλημμύρες στη βοσνια, πλημμύρες μουζουρακης, πλημμύρες αγγλία, πλημμύρες σερβια, πλημμύρες βαλκάνια, πλημμύρες στην καλιφόρνια, πλημμύρες στην αγγλια, πλημμύρες στην ελλάδα, πλημμύρες στο βελιγραδι, πλημμύρες βελιγραδι

Μεταφράσεις: πλημμύρες

αγγλικά
flood, flooding


ισπανικά
avenida, inundación, inundar, diluvio, torrente, ...

γερμανικά
sintflut, flut, überlaufen, überschwemmung, scheinwerfer, ...

γαλλικά
combler, crue, débordement, inondation, alluvion, ...

ιταλικά
alluvione, inondare, inondazione, allagare, piena

πορτογαλικά
submersão, inundação, encharcar, cheias, inundar, ...

ολλανδικά
inunderen, zondvloed, overstroming, overstromen, watersnood, ...

ρωσικά
разлив, разливание, наводнение, потопление, затопление, ...

νορβηγικά
oversvømme, flom, oversvømmelse

σουηδικά
översvämning

φινλανδικά
ryöppy, virta, tulvamaa, upottaa, tulva, ...

δανικά
oversvømmelse

τσεχικά
zatopit, příval, povodeň, záplava, zavodňovat, ...

πολωνικά
zalanie, powódź, wzbieranie, mnóstwo, zatapiać, ...

ουγγρικά
áradás, árvíz, áradások, árvizek, elárasztás

τούρκικα
tufan

ουκρανικά
повінь, потік, повідь, розлив, прилив, ...

αλβανικά
përmbytje, përmbytjet, përmbytjeve, përmbytja, e përmbytjeve

βουλγαρικά
наводнение

λευκορωσικά
затапленне

εσθονικά
tulv, veeuputus, üleujutus

κροατικά
poplave, preplaviti, poplava, poplavljivanja

ισλανδικά
flæða, flóð

λατινικά
redundo

λιθουανικά
potvynis

λετονικά
straume, plūdi, lietusgāze

σλαβομακεδονικά
поплави, поплавите, поплавување, поплава

ρουμανικά
inunda, potop

σλοβενικά
poplava, povode, záplava, zatopit

σλοβακικά
záplava, povodeň

Στατιστικά δημοτικότητας: πλημμύρες

Τυχαίες λέξεις