Λέξη: ολική

Σχετικές λέξεις: ολική

ολική αρθροπλαστική ισχίου, ολική έκλειψη ηλίου, ολική υστερεκτομή, ολική παύση απασχόλησης προσωπικού, ολική ανάκλαση, ολική επαναφορά, ολική βαφή αυτοκινήτου, ολική ποιότητα, ολική αναισθησία, ολική αρθροπλαστική γόνατος

Μεταφράσεις: ολική

αγγλικά
calibre


ισπανικά
calibre

γερμανικά
kaliber

γαλλικά
calibre, acabit, carrure

ιταλικά
calibro

πορτογαλικά
calibre

ολλανδικά
totaal, totale, in totaal, de totale, volledige

ρωσικά
значительность, достоинство, калибр, ручей, диаметр, ...

νορβηγικά
total, totalt, totale, samlet

σουηδικά
kaliber

φινλανδικά
kaliiperi

δανικά
samlede, alt, total, samlet, i alt

τσεχικά
celkem, celkový, celková, celkové, součet

πολωνικά
kaliber

ουγγρικά
teljes, összesen, összes, a teljes, összesített

τούρκικα
toplam, Mesaj, Total, Mesaj adeti

ουκρανικά
достоїнство, значущість, достойність, значність

αλβανικά
total, përgjithshme, e përgjithshme, gjithsej, anëtarësimin e përgjithshme

βουλγαρικά
калибър

λευκορωσικά
агульны, агульную, агульная

εσθονικά
kaliiber

κροατικά
kalibar

ισλανδικά
alls, Heildarkostnaður

λιθουανικά
visas, suma, bendras, viso

λετονικά
kalibrs

σλαβομακεδονικά
Вкупниот, вкупно, вкупната, вкупното, Вкупно со

ρουμανικά
calibru

σλοβενικά
ráže

σλοβακικά
kvalita, hodnota

Στατιστικά δημοτικότητας: ολική

Τυχαίες λέξεις