Λέξη: ορίζοντας
Σχετικές λέξεις: ορίζοντας
ορίζοντας προσδοκιών, ορίζοντας χανιά, ορίζοντας γεγονότων facebook, ορίζοντας 2020 κύπρος, ορίζοντας φροντιστήριο, ορίζοντας προσδοκίας, ορίζοντας το κενό, ορίζοντας 2020, ορίζοντας τα θέματα, ορίζοντας γεγονότων
Συνώνυμα: ορίζοντας
ορίζων
Μεταφράσεις: ορίζοντας
ορίζοντας στα αγγλικά
Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
horizon, vista, defining, setting, targeting, by setting
ορίζοντας στα ισπανικά
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
horizonte, vista, perspectiva, horizonte de, el horizonte, del horizonte
ορίζοντας στα γερμανικά
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
aussicht, ansicht, durchblick, blick, horizont, Horizont, Horizonts, horizon
ορίζοντας στα γαλλικά
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
vue, chance, allée, horizon, panorama, échappée, perspective, l'horizon, horizon de
ορίζοντας στα ιταλικά
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
veduta, prospettiva, visuale, vista, orizzonte, all'orizzonte, dell'orizzonte, orizzonte di, sull'orizzonte
ορίζοντας στα πορτογαλικά
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
horizonte, aparência, panorama, esperançosamente, aspecto, horizonte de, horizon, do horizonte
ορίζοντας στα ολλανδικά
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
kijk, gezicht, kim, horizon, aanblik, uitzicht, gezichtsvermogen, gezichtseinder, gezichtskring, panorama, vergezicht, schouwspel, hemel horizon, de horizon
ορίζοντας στα ρωσικά
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
вереница, горизонт, просека, облик, кругозор, перспектива, вид, небосклон, аллея, горизонта, горизонтом, горизонте
ορίζοντας στα νορβηγικά
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
horisont, utsikt, horisonten, horizon
ορίζοντας στα σουηδικά
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
åsyn, perspektiv, utsikt, sikte, visa, anblick, syn, horisont, horisonten, perioden
ορίζοντας στα φινλανδικά
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
horisontti, näköpiiri, näkymä, näköala, taivaanranta, ulottuvuus, horizon, horisontissa, horisontin, horisonttiin
ορίζοντας στα δανικά
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
horisont, horisonten, horisonter, tidshorisont, sigt
ορίζοντας στα τσεχικά
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
perspektiva, průhled, vyhlídka, horizont, obzor, alej, výhled, obzoru, horizontu, horizon
ορίζοντας στα πολωνικά
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
horyzont, widok, poziom, nieboskłon, aleja, perspektywa, widnokrąg, horyzoncie, horyzontu, horizon, horyzontem
ορίζοντας στα ουγγρικά
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
rétegszint, látkép, allé, horizont, horizonton, látóhatáron, láthatáron, horizontot
ορίζοντας στα τούρκικα
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
ufuk, manzara, görüş, Horizon, ufku, horizonu, ufukta
ορίζοντας στα ουκρανικά
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
козирки, видноколо, кругозір, горизонт, обрій
ορίζοντας στα αλβανικά
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
horizont, horizonti, horizonti i, horizontit, horizont i
ορίζοντας στα βουλγαρικά
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
хоризонт, перспектива, Horizon, хоризонта
ορίζοντας στα λευκορωσικά
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
гарызонт, далягляд
ορίζοντας στα εσθονικά
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
silmapiir, visiir, kiht, mütsinokk, tase, silmapiiril, horisondi, silmapiiri, horizon
ορίζοντας στα κροατικά
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
vidokrug, vidokruga, vidik, horizontu, horizont, horizonta, obzor, obzorje
ορίζοντας στα ισλανδικά
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
sjóndeildarhringur, Horizon, sjóndeildarhringinn, sjóndeildarhringurinn, spátímann
ορίζοντας στα λιθουανικά
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
horizontas, Horizon, horizonto, horizontą
ορίζοντας στα λετονικά
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
horizonts, Horizon, apvārsnis, horizonta, horizontu
ορίζοντας στα σλαβομακεδονικά
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
хоризонт, хоризонтот, видик
ορίζοντας στα ρουμανικά
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
panoramă, orizont, orizontul, orizont de, orizontului, horizon
ορίζοντας στα σλοβενικά
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
obzorje, horizon, horizont, obzorja, Program Obzorje
ορίζοντας στα σλοβακικά
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
obzor, horizont, časovom horizonte
Στατιστικά δημοτικότητας: ορίζοντας
Τυχαίες λέξεις