Λέξη: σιτίζω

Μεταφράσεις: σιτίζω

αγγλικά
feed


ισπανικά
comer, alimentar, cebar, sustentar, cebo

γερμανικά
fressen, eingabe, zufuhr, zuführung, futter, ...

γαλλικά
déjeuner, fourrage, aliment, repaître, manger, ...

ιταλικά
alimentare, pascere, cibo

πορτογαλικά
apascentar, comer, alimentar, fevereiro, alimentação

ολλανδικά
voeding, nuttigen, vreten, voer, bikken, ...

ρωσικά
сырьё, кормить, кормиться, поддерживать, фураж, ...

νορβηγικά
mate, fôr

σουηδικά
fodra, mata

φινλανδικά
ruokailla, syödä, ruokkia, ravita, rehu, ...

δανικά
nære, fodre

τσεχικά
jídlo, živit, potrava, krmit, napájet, ...

πολωνικά
dostarczać, żywić, zasilać, posuw, zerować, ...

ουγγρικά
díjazott, takarmány

τούρκικα
federasyon, beslenen, beslemeli, beslenmiş, besleme

ουκρανικά
харчуйтеся, нагодувати, харчування, дача, вигін

αλβανικά
ha

βουλγαρικά
хранени, нахранени, хранят, захранвани, подаване

λευκορωσικά
есьцi, гадаваць

εσθονικά
sööt, varustamine

κροατικά
hraniti, hrana, jelo, hrane, puniti, ...

ισλανδικά
fóðra, ala

λιθουανικά
šerti

λετονικά
fed, pabaroti, lentes padevi, ar lentes padevi

σλαβομακεδονικά
Банката на федерални резерви, ФЕД, хранети, нахранети, хранат

ρουμανικά
hrănite, alimentat, hrăniți, hrănit, fed

σλοβενικά
hraniti, krmit, napajat, nakrmit

σλοβακικά
kŕmiť, nakŕmiť

Τυχαίες λέξεις