Λέξη: συγχωνεύω

Σχετικές λέξεις: συγχωνεύω

συγχωνεύω συνώνυμο, συγχωνεύω συνώνυμα

Συνώνυμα: συγχωνεύω

τήκω, τήκομαι, συγχωνεύομαι, συνδυάζω, ανακατεύω, αναμειγνύω, ενώνομαι, ενώνω, συνενώνω, καταδύω, καταδύομαι, αμαλγάμω

Μεταφράσεις: συγχωνεύω

συγχωνεύω στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
amalgamate, merge, fuse, fuze, to fuse

συγχωνεύω στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
unir, fundir, mezclar, amalgamar, unirse, amalgamarse, fusionar, fusionarse

συγχωνεύω στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
mischen, vereinigen, margarine, verschmelzen, amalgamieren, fusionieren, zu verschmelzen

συγχωνεύω στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
lier, relier, unifier, connecter, conjuguer, coupler, combiner, englober, allier, amalgamons, liguer, rassembler, jumeler, mélanger, embrancher, s'amalgamer, fusionner, amalgamer, fusion, regrouper, de fusionner

συγχωνεύω στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
fondere, mescolare, amalgamare, amalgamate, amalgamarsi, amalgamare il

συγχωνεύω στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
amalgamar, fundir, amalgamate

συγχωνεύω στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
samensmelten, vermengen, amalgameren, amalgamate, samen te voegen

συγχωνεύω στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
злить, злиться, сливаться, поглощать, амальгамировать, объединить, сравниваться, слиться, сливать, объединять, слить, соединять, объединяться

συγχωνεύω στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
amalgamate, amalgamert, slå sammen, sammensmelte, bli amalgamert

συγχωνεύω στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
sammanfoga, slå samman, amalgamera, slås samman, slå ihop, slås samman och

συγχωνεύω στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
yhdentää, yhdentyä, yhdistää, yhtyä, lomittaa, sulautua, sulautuu, sulauttaa, sekoittaa

συγχωνεύω στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
samle, forene, sammenlægge, sammensmeltes, fusionere, sammenarbejde

συγχωνεύω στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
slít, spojit, slučovat, sjednotit, sloučit, splynout, smísit, fúzovat, smíchat, připojit, promíchat, spojovat, amalgamovat

συγχωνεύω στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
zmieszać, scalać, scalić, zlewać, połączyć, jednoczyć, amalgamować, stapiać, łączyć, połączyć się, amalgamate, amalgamacji, dokonać fuzji

συγχωνεύω στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
foncsoroz, foncsorozott, ötvöz, összeolvasztása, ötvözni

συγχωνεύω στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
birleştirmek, birleşmek, tevhit, amalgamate, karışmak

συγχωνεύω στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
сполучіться, показною, об'єднати, показної, показний, мішурний, зливатись, розпусний, єднати, зливатися, зливатиметься

συγχωνεύω στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
grupohem, amalgamonte, amalgamonte të, grumbulloj, bashkoj

συγχωνεύω στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
обединявам, сливам, обедини, се смеси, амалгама

συγχωνεύω στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
злівацца

συγχωνεύω στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
ühinema, mestima, amalgaamima, liituvad, koondada, ühinevad, kokku sulama

συγχωνεύω στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
utopiti, stopiti, stapati, spajanje, udružen, spajati, udružiti, izmješalo, sjedinjavanjem, se izmješalo

συγχωνεύω στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
amalgamate

συγχωνεύω στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
susijungti, susivienyti, susivienytų, susilieja, Uždegti

συγχωνεύω στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
apvienot, apvienoties, apvienojas, saliedēt, amalgamēt

συγχωνεύω στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
здружат, се здружат, спои, ги спои, сливам

συγχωνεύω στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
uni, contopi, amalgama, amesteca

συγχωνεύω στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
spojit, združiti, združiti se, združi, shematskimi, Mešati z živem

συγχωνεύω στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
fúzovať, splynúť, vzájomné spájanie, na vzájomné spájanie, zlúčiť
Τυχαίες λέξεις