Λέξη: συνδυάζω

Σχετικές λέξεις: συνδυάζω

συνδυάζω συνώνυμο, συνδυάζω χρωματα, συνδυάζω english, συνδυάζω μετάφραση, συνδυάζω ή συνδυάζω, συνδυάζω ορισμος, συνδυάζω ετυμολογία, συνδυάζω translate, συνδυάζω λεξικο, συνδυάζω ρουχα

Συνώνυμα: συνδυάζω

συνενώνω, συνδυάζω, συνδυάζομαι, ενώνω, ανακατεύω, αναμειγνύω, συγχωνεύω, συγχωνεύομαι, ζευγαρώνω, ζευγαρώνομαι, συρράπτω

Μεταφράσεις: συνδυάζω

αγγλικά
combine


ισπανικά
combinar, reunir, empalmar, amalgamar, mezclar

γερμανικά
vereinigen, konzern, mähdrescher, zusammenschließen, mischen, ...

γαλλικά
konzern, fusionner, agréger, combinez, mélanger, ...

ιταλικά
aggregare, unirsi, congiungere

πορτογαλικά
liga, combinar, cartel

ολλανδικά
kartel, bundelen, verbinden, trust, combineren

ρωσικά
совмещаться, объединить, совмещать, совместиться, объединиться, ...

νορβηγικά
forbinde

σουηδικά
förena

φινλανδικά
kerätä, yhdistää, trusti, yhtyä, sekoittua, ...

δανικά
kombinere, kombinerer, kombineres, at kombinere, forene

τσεχικά
kombinovat, slučovat, kombinát, spojit, koncern, ...

πολωνικά
kombinować, zbiegać, połączyć, łączyć, wiązać, ...

ουγγρικά
érdektársulás, kartell

τούρκικα
birleştirmek, birleşmek

ουκρανικά
комбінувати, об'єднати, об'єднуватися

αλβανικά
kombinoj, kombinuar, kombinojnë, të kombinuar, kombinohen

βουλγαρικά
синдикат

λευκορωσικά
спалучаць, спалучыць

εσθονικά
ühendama, kombain, kombineeruma

κροατικά
objedinjavati, sastaviti, spajati

ισλανδικά
sameina, sameinað, sameinast, að sameina

λιθουανικά
susijungti

λετονικά
trests

σλαβομακεδονικά
комбинирате, се комбинираат, комбинира, комбинираат, комбинација

ρουμανικά
trust

σλοβενικά
kombajn, spojit

σλοβακικά
kombajn

Τυχαίες λέξεις