Λέξη: σχεδιάζω

Σχετικές λέξεις: σχεδιάζω

σχεδιάζω την κουζίνα μου, σχεδιάζω ρούχα, σχεδιάζω κάθετες μεταξύ τους ευθείες, σχεδιάζω συνώνυμα, σχεδιάζω για όλους, σχεδιάζω το σπίτι μου, σχεδιάζω παράλληλες μεταξύ τους ευθείες, σχεδιάζω σύνταξη ευέλικτα, σχεδιάζω ένα τετράπλευρο που να έχει δύο ορθές και καθόλου παράλληλες πλευρές, σχεδιάζω γωνίες

Συνώνυμα: σχεδιάζω

καθορίζω, ζωγραφίζω, σύρω, τραβώ, ελκύω, πλέκω, συνωμοτώ, σχηματίζω, πλαισιώ, πλαισιώνω, κορνιζάρω, ραδιουργώ, επινοώ, μηχανώμαι, σημειώ, σκευωρώ, ιχνογραφώ, σκιαγραφώ, προεκβάλλω, ρίπτω, εξέχω, προτείνω, προτίθεμαι, κάνω πρόταση γάμου, συλλογίζομαι, σκέπτομαι, θέτω εις το δρομολόγιον, θεωρώ, αναπολώ, ατενίζω, μελετώ, περιμένω

Μεταφράσεις: σχεδιάζω

σχεδιάζω στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
plan, design, draw, sketch, plot

σχεδιάζω στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
proyectar, plantear, planear, plan, traza, propósito, diseño, de diseño, diseño de, el diseño, diseño del

σχεδιάζω στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
planen, entwurf, entwerfen, plan, vorhaben, draufsicht, Design, Entwurf, Konstruktion, Gestaltung

σχεδιάζω στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
planifions, planifient, projet, planifiez, intention, proposer, penser, programme, plan, projeter, planifier, prévoir, organiser, conception, la conception, de conception, dessin, modèle

σχεδιάζω στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
disegno, piano, pianta, progetto, progettare, proposito, pianificare, design, progettazione, motivo

σχεδιάζω στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
planos, planície, chã, projecto, traçado, intenção, planejar, plano, posição, planta, projectar, simples, claro, projeto, desenho, de criação, concepção, de design

σχεδιάζω στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
zin, plan, plattegrond, plannen, blauwdruk, bedoeling, beramen, project, concept, doel, strekking, ontwerpen, opzet, voornemen, ontwerp, ontwerp van, ontwerpzone

σχεδιάζω στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
умысел, поползновение, замышлять, намечать, предначертание, замысел, черчение, проецировать, способ, надеяться, схема, намереваться, распланировать, намерение, предположение, чертеж, дизайн, конструкция, дизайна, проектирование, проект

σχεδιάζω στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
utkast, plan, planlegge, utforming, utformingen, konstruksjon, motivet, designen

σχεδιάζω στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
planera, utkast, plan, konstruktion, utformning, designen, motiv, utformningen

σχεδιάζω στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
kaavailu, aikomus, aie, junailla, kartta, suunnitella, suunnitelma, asemakaava, järjestely, suunnittelu, muotoilu, design, grafiikalla, suunnittelun

σχεδιάζω στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
hensigt, tegning, plan, planlægge, design, motiv, designet, konstruktion, udformning

σχεδιάζω στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
navrhnout, projektovat, návrh, nárys, úmysl, výkres, plánovat, projekt, plán, půdorys, záměr, hodlat, design, konstrukce, výprava, designu

σχεδιάζω στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
projekt, zamierzać, zamysł, projektować, mapa, plan, planować, konstrukcja, projektowania, projektowanie, projektowe

σχεδιάζω στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
felülnézet, tervezés, tervezési, tervezése, kialakítás, kialakítása

σχεδιάζω στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
taslak, tasarlamak, dizayn, tasarım, tasarımı, Design

σχεδιάζω στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
коси, дизайн

σχεδιάζω στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
plan, dizajni, dizajn, projektimit, projektimin, të projektimit

σχεδιάζω στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
план, дизайн, проектиране, проект, дизайна, проектирането

σχεδιάζω στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
дызайн

σχεδιάζω στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
kavandama, plaan, plaanitsema, disain, disaini, projekteerimise, projekteerimine, kujundus

σχεδιάζω στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
projekt, smisao, nakana, dizajn, dizajna, projektiranje, design

σχεδιάζω στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
ráðgera, ráð, fyrirætlun, áforma, hönnun, hönnunar

σχεδιάζω στα λατινικά

Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
consilium

σχεδιάζω στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
projektas, dizainas, dizaino, projektavimas, projektavimo, konstrukcija

σχεδιάζω στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
plāns, plānot, dizains, izstrāde, dizaina, projektēšana, dizainu

σχεδιάζω στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
дизајн, дизајнот, проектирање, дизајн на, дизајнирање

σχεδιάζω στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
proiect, plan, desen, proiectare, de proiectare, de design

σχεδιάζω στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
oblikovanje, zasnova, projektiranje, načrtovanje, dizajn

σχεδιάζω στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
návrh, dizajn, design
Τυχαίες λέξεις