Λέξη: τάφος

Σχετικές λέξεις: τάφος

τάφος jim morrison, τάφος καποδίστρια, τάφος του ατρέα, τάφος ονειροκρίτης, τάφος αμφίπολης, τάφος του ινδού, τάφος καζαντζάκη, τάφος του μεγάλου αλεξάνδρου, τάφος του ρουμί στον ικόνιο, τάφος αχιλλέα, τάφος μεγάλου αλεξάνδρου

Συνώνυμα: τάφος

τάφος, τύμβος, μνήμα

Μεταφράσεις: τάφος

αγγλικά
grave, tomb


ισπανικά
sepulcro, tumba, fosa, hoyo, grave

γερμανικά
grabmal, feierlich, ernst, massiv, gruft, ...

γαλλικά
obscur, dur, pesant, digne, tombeau, ...

ιταλικά
lapide, tomba, serio, sepolcro, grave

πορτογαλικά
sepultura, agradecimento, tumba, túmulo, gratidão, ...

ολλανδικά
graf, bedenkelijk, ernstig, groeve

ρωσικά
истовый, глубокомысленный, веский, почтенный, угрожающий, ...

νορβηγικά
betydningsfull, alvorlig, grav

σουηδικά
grav, allvarlig, viktig

φινλανδικά
vakava, kumpu, totinen, hauta, törkeä, ...

δανικά
grav

τσεχικά
vážný, opravdový, smrt, hrobka, náhrobek, ...

πολωνικά
grobowiec, grób, doniosły, ważny, ponury, ...

ουγγρικά
sír, súlyos, komoly, sírba, sírját

τούρκικα
mezar, gömüt

ουκρανικά
печальний, гробниця, похмурий, впливовий, поважний, ...

αλβανικά
rëndë, varr

βουλγαρικά
могила

λευκορωσικά
магіла, дол, магілка

εσθονικά
hauakamber, tõsine, sark, graavis, haud

κροατικά
važan, grobnica, sahraniti, grobnice, ozbiljan, ...

ισλανδικά
gröf

λατινικά
tumba, tumulus, sepulcrum, sepulchrum, serius

λιθουανικά
kapas

λετονικά
kaps, bēdīgs, drūms

σλαβομακεδονικά
гробот, гроб, сериозна, гробница, гробот на

ρουμανικά
serios, mormânt

σλοβενικά
grob

σλοβακικά
hrob, hrobka, väzný

Στατιστικά δημοτικότητας: τάφος

Τυχαίες λέξεις