Λέξη: τάφρος

Σχετικές λέξεις: τάφρος

τάφρος κέρμαντεκ, τάφρος μαριάννα, τάφρος του κέρμαντεκ, τάφρος συνώνυμα, ταφρος των μαριανών, τάφρος χατζηχαλάρ, τάφρος έβρου

Συνώνυμα: τάφρος

τάφρος, χαράκωμα, χαντάκι, τάφρος με νερό, αυλάκι, ανάχωμα, πρόχωμα, φράγμα, λάκκος

Μεταφράσεις: τάφρος

αγγλικά
ditch, fosse, dike


ισπανικά
malecón, zanja, represa, cuneta, dique, ...

γερμανικά
staudamm, bach, graben, lesbe, damm, ...

γαλλικά
digue, rejeter, tranchée, fossé, estacade, ...

ιταλικά
diga, argine, fossato, fosso, trincea

πορτογαλικά
distúrbio, cava, fossa, valas, vala, ...

ολλανδικά
dam, groeve, gracht, sloot, afsluiting, ...

ρωσικά
гать, траншея, канава, дамбу, дамба, ...

νορβηγικά
grøft, demning, grav

σουηδικά
damm, moder, dike

φινλανδικά
suojata, lepakko, kaivanto, sulku, jorpakko, ...

δανικά
grøft, dæmning, dige, rende

τσεχικά
škarpa, zákop, přehrada, hráz, strouha, ...

πολωνικά
bariera, rów, grobla, porzucać, fosa, ...

ουγγρικά
gát

τούρκικα
yap, set, hendek

ουκρανικά
траншея, рів, гребля, канава

αλβανικά
hendek

βουλγαρικά
ров, канава, канавка

λευκορωσικά
роу

εσθονικά
kindlusekraav, tamm, oja

κροατικά
brazda, rov, jame, brana, prepreka, ...

ισλανδικά
berggangur, díki

λατινικά
fossa

λιθουανικά
griovys, užtvanka, pylimas

λετονικά
dambis, aizsprosts, grāvis

σλαβομακεδονικά
шанец

ρουμανικά
baraj

σλοβενικά
jarek, moat, jarkom

σλοβακικά
hradná, hradnej, hradné, hradný, hradnú

Τυχαίες λέξεις