Λέξη: τέχνασμα

Σχετικές λέξεις: τέχνασμα

τέχνασμα συνωνυμο, τέχνασμα συνώνυμο, τέχνασμα fourier, τέχνασμα του θεμιστοκλή

Συνώνυμα: τέχνασμα

τέχνασμα, απάτη, κατεργαριά, παιγνίδι, παιχνίδι, κόλπος, επινόηση, εφευρετικότητα, επινόημα, συσκευή, σύστημα, κόλπο, πανουργία, υπεκφυγή, εξαπάτηση, μπούρδα, φλυαρία, ανοησίες, φουσκωμένα λόγια, δόλος, μαραφέτι, εργαλείο, μηχάνημα, εφεύρεση, μηχανισμός, μέσο, ελιγμός, στρατήγημα, στρατιωτική κίνηση, ιδιοτροπία, περιλαίμιο, τραχηλιά, επιτηδειότης, επιτηδειότητα

Μεταφράσεις: τέχνασμα

αγγλικά
artifice, device


ισπανικά
lema, aparato, dispositivo, artificio, emblema

γερμανικά
kunstgriff, vorrichtung, laufwerk, trick, kniff, ...

γαλλικά
enseigne, aménagement, installation, industrie, moyen, ...

ιταλικά
trucco, apparecchio, scaltrezza, arnese, destrezza, ...

πορτογαλικά
desviar, aparelho, dispositivo, afastar, máquina

ολλανδικά
kneep, toestel, inrichting, apparaat, hulpmiddelen, ...

ρωσικά
приспособление, механизм, схема, средство, уловка, ...

νορβηγικά
innretning, knep

σουηδικά
knep, list, påhitt

φινλανδικά
koje, konsti, temppu, värkki, metku, ...

δανικά
apparat, kneb

τσεχικά
přístroj, úskok, devíza, výmysl, prostředek, ...

πολωνικά
zręczność, sztuka, pomysł, godło, maszynka, ...

ουγγρικά
lelemény

τούρκικα
aygıt, alet, düzen, hile

ουκρανικά
винахід, прилаштування, апарат, приймання, прибор, ...

αλβανικά
mashtrim, trick, Qëllimi, dredhi, mashtrim i

βουλγαρικά
план, хитрости

λευκορωσικά
адрас

εσθονικά
kujund, seade, riist

κροατικά
vještak, element, pomoćna, zanatlija, sprava, ...

ισλανδικά
bragð, Trick, bragð til, bragð er

λατινικά
fabrica

λιθουανικά
prietaisas, gudrybė

λετονικά
ierīce

σλαβομακεδονικά
трик, Трикот, трик за

ρουμανικά
şiretlic, dispozitiv, aparat

σλοβενικά
trik

σλοβακικά
trik, prístroj

Τυχαίες λέξεις